Ο αλειτούργητος, ο αλιβάνιστος και ο αθεόφοβος

 

Διαβάζω στις εφημερίδες ότι καθώς προσερχόταν για να φτύσει τη Βουλή, ο Εφραίμ, διευθύνων σύμβουλος της Βατοπαίδιον Α.Ε., θεώρησε καλό να ψυχογραφήσει έναν από τους παριστάμενους δημοσιογράφους. «Είσαι αλειτούργητος, αλιβάνιστος και μπερδεμένος», του είπε.

 

Ο δημοσιογράφος βέβαια ήταν αξιοπρεπής –χαμογέλασε συγκαταβατικά αντί ν’ απαντήσει, ας πούμε, «τι ψυχή θα παραδώσεις, ρε».

 

Ωστόσο, επειδή εγώ έχω ένα κουσούρι με τις λέξεις, έχω θυμώσει με τον CEO Εφραίμ.

 

Έχω θυμώσει, γιατί χρησιμοποίησε, άρα μίανε, δυο λέξεις που εγώ προσωπικά τις είχα συνδέσει με δυο πραγματικά άγιες μορφές της λογοτεχνίας μας. Κι έτσι, έμμεσα, λέρωσε και τις άγιες αυτές μορφές.

 

Ο Αλιβάνιστος είναι τίτλος διηγήματος του άγιου Παπαδιαμάντη. Ο οποίος ήταν πιστός χριστιανός –αλλά αν ζούσε σήμερα σίγουρα θα έγραφε για τον CEO Εφραίμ πολύ χειρότερα απ’ όσα είχε γράψει για την Επισκεψι του αγίου δεσπότη. Μπορείτε να διαβάσετε εδώ όλο τον Αλιβάνιστο, από τις σελίδες του Άγγελου Περδικούρη.

 

Τη λέξη «αλειτούργητος» τη χρησιμοποιούσε συχνά μια άλλη άγια μορφή, ο Γιώργος Κοτζιούλας. Λογουχάρη, σ’ ένα του ποίημα, το Ανθρωπομάζωμα, ο Κοτζιούλας γράφει για τους ανθρωποφύλακες του 1945:

 

Δίχως φταίξη, δίχως κρίση (βρε τους αλειτούργητους!)

μέσ’ στις φυλακές μας ρίχνουν και στα ξερονήσια,

καταπώς τούς ορμηνεύουν οι τρανοί οι κακούργοι τους

που κοπιάσαν στην Ελλάδα φορτωμένοι αλύσια.

 

Ο Κοτζιούλας ήταν βέβαια κομμουνιστής, αλλά, όπως οι πιο πολλοί κομμουνιστές της εποχής του, λάτρευε τον Παπαδιαμάντη (που κι αυτός στην καταγγελία της πλουτοκρατίας δεν έχει γράψει λίγα). Είχε γράψει ο Κοτζιούλας για τον Παπαδιαμάντη:

 

ΣΤΡΟΦΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΣΥΓΚΡΙΤΟ

 

Ο Αλέξαντρος Παπαδιαμάντης, η μεγάλη

ψυχή, δεν είχε, λεν όσοι είδαν, να φορέσει

λουρί, γι’ αυτό κι εκείνος έδενε τη μέση

μ’ ένα σκοινί, σα διακονιάρης. Όταν πάλι

του’διναν τσάι ευρωπαϊκό σε σπίτι ξένο,

δεν το’παιρνε, γιατί δεν το’χε μαθημένο.

 

Φεύγοντας ύστερη φορά για τ’ ακρογιάλι

(πενήντα περασμένα κι είχε καταπέσει)

τον πήρε το παράπονο, έκλαιε, πώς να μη μπορέσει

τ’ αγόρι τ’ αδερφού του κάπου να το βάλει.

«Αχ, όπως ήρθα στην πατρίδα μου πηγαίνω»

κρυφοτρεμούλιαζε τ’ αχείλι πικραμένο.

 

Τίποτε δεν τους λείπει αυτών που γράφουν τώρα·

κι όμως τη χάρη ποιος την έφτασε εκεινού;

Κανένας άλλος, όση και να πάρει φόρα,

δε σώνει το χαλκά να πιάσει τ’ ουρανού.

 

 

Τα βάσανα του Παπαδιαμάντη λίγο πολύ τα ξέρουμε. Κι ο Κοτζιούλας βασανίστηκε από παιδί από τη φτώχεια, κατάστρεψε την υγεία του στη βιοπάλη, πέθανε πριν κλείσει τα πενήντα, άφησε ένα τεράστιο έργο που μένει άγνωστο.

 

Και ο Παπαδιαμάντης και ο Κοτζιούλας χρησιμοποίησαν τις ίδιες λέξεις με τον CEO Εφραίμ. Τι σχέση έχουν όμως αυτοί με μοναστήρια που ανοίγουν οφσόρ, με καλόγερους που κάνουν αναλήψεις εκατομμυρίων, που πουλάνε χτήματα στον εαυτό τους και παίρνουν και 9 εκατομμύρια για δωρεά;

 

Βρε αθεόφοβε Εφραίμ, γιατί μου λέρωσες τον άγιο Παπαδιαμάντη και τον άγιο Κοτζιούλα;