Οι Αρχαίοι είχαν την πλάκα τους

Δημώναξ

Γράφει ο Δημήτρης Γερμιώτης*

Χαρακτηριστικό των αρχαίων Ελλήνων ήταν η ιλαρότητα που χαρακτήριζε τη συμπεριφορά τους. Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι δεν ήταν καθόλου σοβαροφανείς, (σε αντίθεση με πολλούς απογόνους τους). Τους άρεσαν τα αστεία και  διάνθιζαν την κουβέντα τους με ευφυολογήματα. Άλλωστε και οι θεοί τους δεν ήταν καθόλου σκυθρωποί και αυστηροί. Οι «ομηρικοί γέλωτες» αναφέρονται ακριβώς στα γέλια που κάναν οι θεοί στον Όλυμπο. Ο Δημόκριτος, από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της Αρχαιότητας, ονομαζόταν «Γελασίνος» γιατί του άρεσε πολύ να γελά και να διασκεδάζει. Αυτός άλλωστε είπε το περίφημο «Βίος ανεόρταστος μακρή οδός απανδόκευτος».

Τέτοιος ιλαρός φιλόσοφος ήταν ο Δημώναξ, Κύπριος από μεγάλη οικογένεια, που έζησε στην Αθήνα τον 2ον αιώνα μ.Χ. Ο σκώπτης των πάντων Λουκιανός, μιλά για τον Δημώνακτα με μεγάλο σεβασμό στο βιβλίο που του αφιέρωσε. Από τον «Βίο του Δημώναντος»  τυ Λουκιανού πήρα όσα θα διαβάσετε παρακάτω.

Ο Δημώναξ ήταν κυνικός φιλόσοφος, μολονότι αποδεχόταν και τις απόψεις άλλων φιλοσοφικών σχολών. Όπως έλεγε «σεβόταν τον Σωκράτη, θαύμαζε τον Διογένη και αγαπούσε τον Αρίστιππο». Ήταν φαιδρός, ακέραιος, μετριόφρων και πολύ ελευθερόστομος. Για την τσουχτερή γλώσσα του και από το γεγονός ότι δεν τηρούσε  τους λατρευτικούς κανόνες, δεν θυσίαζε στους θεούς, ούτε προσευχόταν, κατηγορήθηκε για άθεος, εκείνος όμως παρουσιάστηκε στην Εκκλησία του Δήμου και με την απολογία του προκάλεσε τον θαυμασμό όλων. Από τότε οι Αθηναίοι του έδειχναν μεγάλο σεβασμό και στο πέρασμα του οι άρχοντες και οι απλοί πολίτες σηκώνονταν όρθιοι για να τον χαιρετήσουν.

Η ελκευθεροστομία του εξόργισε κάποτε έναν ολυμπιονίκη, που μη έχοντας επιχειρήματα να τον αντικρούσει χτύπησε το Δημώνακτα με μια πέτρα και του άνοιξε το κεφάλι. Όσοι ήταν μπροστά αγανάκτησαν και θέλησαν να τιμωρήσουν τον δράστη φωνάζοντας:

«στον ανθύπατο να πάμε, στον ανθύπατο»

Ο Δημώναξ όμως είχε αντίρρηση

«όχι στον ανθύπατο αλλά στον γιατρό» τους είπε. 

Κάποτε στην Εκκλησία του Δήμου ξέσπασε σοβαρή αντιπαράθεση μεταξύ αντιπάλων πολιτικών μερίδων, που κατέληξε σε καυγάδες, βρισιές και οχλαγωγία. Ο Δημώναξ όταν το έμαθε πήγε στην Εκκλησία. Μόλις μπήκε στον χώρο και ανέβηκε στο βήμα, αμέσως όλοι σώπασαν και περίμεναν να τον ακούσουν. Εκείνος όμως βλέποντας πως σταμάτησαν οι καυγάδες ... κατέβηκε από το βήμα και έφυγε.

Ο Δημώναξ δε χαριζόταν καθόλου σε όσους η συμπεριφορά τους ήταν ανάρμοστη ή προκλητική. Ένας τέτοιος ήταν και ο Φαβωρίνος, Κέλτης φιλόσοφος και ευνούχος. Μαθαίνοντας πως ο Δημώναξ κορόιδευε τις φιλοσοφικές του απόψεις του ζήτησε το λόγο

«Τι εφόδια έχεις εσύ ο αστείος και διατείνεσαι πως είσαι φιλόσοφος;» τον ρώτησε

«Όρχεις» απάντησε ο Δημώναξ

Μιαν άλλη φορά ένας άλλος φιλόσοφος, ο Σιδώνιος, ισχυριζόταν πως είναι οπαδός πολλών φιλοσοφικών σχολών

¨Αν με καλέσει ο Αριστοτέλης» έλεγε «θα τον ακολουθήσω στο Λϋκειο. Αν με φωνάξει ο Πλάτων θα πάω στην Ακαδημία, αν ο Ζήνων θα εγκατασταθώ στην Ποικίλη Στοά και αν με καλέσει ο Πυθαγόρας θα σωπάσω»

«Μα δεν ακούς πως σε καλεί ο Πυθαγόρας;» του είπε ο Δημώναξ.

Κάποιος Ρωμαίος συγκλητικός περνώντας από την Αθήνα, παρουσίασε στο Δημώνακτα το γιο του, που ήταν πολύ ωραίο παιδί αλλά μαλθακός και θηλυπρεπής

«Πολύ ωραίος ο γιος σου, μοιάζει της μητέρας του» παρατήρησε ο φιλόσοφος.

Κάποτε πέρασε από την Αθήνα  κάποιος Ρωμαίος αξιωματούχος ονόματι Κέθηγος, που έλεγε και έκανε ένα σωρό γελοιότητες

«Μέγα κάθαρμα» σχολίασε ένας Αθηναίος

«Μα τον Δία, ούτε μέγα» απάντησε ο Δημώναξ, εννοώντας πως δεν του άξιζε ο τίτλος μέγας ούτε ως κάθαρμα.

Όταν ο Ηρώδης ο Αττικός πενθούσε με πού επιδεικτικό τρόπο για τον αγαπημένο του μαθητή, τον Πολυδεύκη, που πέθανε ξαφνικά, ο Δημώναξ παρουσιάστηκε κρατώντας ένα χαρτί.

«Σου φέρνω γράμμα από τον Πολυδεύκη» του είπε

Ο Ηρώδης χάρηκε γιατί ο Δημώναξ ήταν από τους λίγους που δεν τον κολάκευαν ούτε τον υπολόγιζαν

«Και τι μου γράφει ο Πολυδεύκης» ρώτησε

«Παραπονιέται που δεν πήγες ακόμα να τον βρεις».

Κάποτε σην αγορά παρακολουθούσε μαζί με άλλους δυο φιλόσοφους που συζητούσαν. Ήταν όμως τόσο αστοιχείωτοι και βλάκες, που άλλα έλεγε ο ένας και άλλα απαντούσε ο άλλος

«Δε σας φαίνεται φίλοι μου» είπε ο Δημώναξ στους άλλους ακροατές της συζήτησης «σα να προσπαθεί ο ένας να αρμέξει έναν τράγο και ο άλλος να βάζει από κάτω ένα κόσκινο για να μαζέψει το γάλα;»

          Κάποιος για να τον φέρει σε δύσκολη θέση τον ρώτησε

          «Αν κάψω ξύλα που ζυγιάζουν χίλιες μνες, πόσων μνων καπνός θα βγει;»

          «Ζύγιασε τη στάχτη και όλο το υπόλοιπο θα είναι ο καπνός» του απάντησε ο Δημώναξ.

Έζησε πάνω από εκατό χρόνια. Όταν γέρασε και στα χέρια του φάνηκαν οι γνωστές κηλίδες των γηρατειών, είπε

«Ο Χάρος με δάγκωσε».

Όταν τον ρωτούσαν οι φίλοι του αν έχει φροτίσει για την ταφή του τους απάντησε

«Μη νοιάζεστε. Η βρώμα που θα βγάλω θα με θάψει¨.

Εντούτοις ο Αθηναίοι του έκαναν μεγαλοπρεπή κηδεία και το φέρετρό του το σήκωσαν στους ώμους τους οι πιο γνωστοί φιλόσοφοι της πόλης.

 



* Ο Δημήτρης Γερμιώτης είναι λόγιος

Επιστροφή