Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους

Ηδονοβλεψίας με το ζόρι

(άλλη μία ιστορία από τον Ηρόδοτο: Βιβλίο 1 - Κλειώ 1.7 - 1.12)

             Η Λυδία  κατά τον 8ο, 7ο και 6ο αιώνες της Αρχαιότητας ήταν ένα πλούσιο και ισχυρό κράτος στη δυτική Μικρασία. Η χρυσοφόρος άμμος του ποταμού Πακτωλού, της εξασφάλιζε ένα πολύ σοβαρό έσοδο. Γιαυτό και από τότε το όνομα του ποταμού είναι συνώνυμο με τον πλούτο και την αφθονία. Στη Λυδία κόπηκαν για πρώτη φορά στην ιστορία χρυσά νομίσματα.

             Κατά τον 8ο αιώνα και συγκεκριμένα το 735-716, βασιλιάς της Λυδίας ήταν ο Κανδαύλης του Μύρσου, (και γιαυτό οι Έλληνες ονόμαζαν και Μυρσίλο), του οίκου των Ηρακλειδών, που κατάγονταν από τον γιο του Ηρακλή, Αλκαίο. Ο Κανδαύλης ήταν πολύ φιλόμουσος και καλλιεργημένος, αλλά ελαφρώς ανόητος. Είχε μιαν ωραιοτάτη γυναίκα, που όχι μόνο την αγαπούσε περιπαθώς, αλλά τη θεωρούσε την ομορφότερη γυναίκα του κόσμου, καμάρωνε γι΄αυτήν και δεν παρέλειπε να εκθειάζει τα κάλλη της στους φίλους και συνεργάτες του.

             Μεταξύ αυτών ήταν και ο αρχηγός της σωματοφυλακής του, ο Γύγης του Δασκύλου, του οποίου τα αυτιά είχε φάει ο Κανδαύλης, περιγράφοντας του την ανυπέρβλητη ομορφιά της γυναίκας του. Ο Γύγης όμως ήταν (ή έκανε πως ήταν) δύσπιστος.

            -- Δε λέω, βασιλιά μου,  μπορεί να είναι όμορφη η γυναίκα σου αλλά όχι και η ωραιότερη του κόσμου,

του έλεγε και τότε ο Κανδαύλης την πάτησε

            -- Για να πεισθείς για την ομορφιά της, δε μένει παρά να τη δεις με τα ίδια σου τα μάτια γυμνή, γιατί τα μάτια είναι πιο αξιόπιστα από τα αυτιά.

            Ο Γύγης τα έχασε

            -- Μα τι λες τώρα Αφέντη μου, είναι δυνατό να γίνουν αυτά; Δεν είναι καθόλου σωστό να δω τη Βασίλισσα μου γυμνή, γιατί βγάζοντας μια γυναίκα το ρούχο της, βγάζει μαζί του και την ντροπή. Εντάξει, για να τελειώνουμε, συμφωνώ πως η γυναίκα σου είναι η πιο όμορφη στον κόσμο, αλλά σε παρακαλώ να μην επιμένεις σε τέτοια παράλογα πράγματα, γιατί θα μας βρει κανένα κακό.

            -- Μη φοβάσαι βρε Γύγη, θα τα κανονίσω έτσι που εκείνη δε θα πάρει είδηση. Θα σε μπάσω κρυφά στον κοιτώνα μας και θα σταθείς πίσω από την πόρτα, ώστε να τη δεις γυμνή, την ώρα που θα έρθει να πλαγιάσει στο κρεβάτι μου. Εκείνη θα σου έχει γυρισμένη την πλάτη και έτσι, χωρίς να σε αντιληφθεί, θα μπορέσεις αφού τη δεις και πεισθείς για την ομορφιά της, να φύγεις αθόρυβα.

             Τελικά, πες πες, τον κατάφερε (θα το ήθελε άλλωστε κι αυτός να δει τη βασίλισσα γυμνή) και ένα βράδυ τον έμπασε κρυφά στον κοιτώνα τους και τον έκρυψε πίσω από την πόρτα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι του και περίμενε τη γυναίκα του. Ήρθε πράγματι εκείνη, χωρίς να φορά τίποτα και ξάπλωσε δίπλα του. Ο Γύγης αφού την είδε να πλαγιάζει, έφυγε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Το κακό είναι πως η γυναίκα τον είδε τη στιγμή που έφευγε, ντράπηκε πολύ, αλλά δεν είπε τίποτα στον Κανδαύλη. Την άλλη μέρα ρωτώντας κάποιους έμπιστους υπηρέτες της έμαθε τι είχε συμβεί και θύμωσε τρομερά, γιατί στους Λυδους όπως και σε άλλους βαρβάρους εθεωρείτι μεγάλη ντροπή να εμφανιστεί στα μάτια τρίτου κάποιος γυμνός, ακόμα και άντρας. Βάλε τώρα γυναίκα.

           Με έμπιστο υπηρέτη της κάλεσε τον Γύγη να παρουσιαστεί μπροστά της και όταν αυτός ανυποψίαστος πήγε, του είπε  πως ήταν ενήμερη των όσων είχαν συμβεί και πως τα θεωρούσε βαρύτατη προσβολή στο πρόσωπό της.

            -- Για να ξεπλυθεί η προσβολή, δυο τρόποι υπάρχουν και δε σου μένει παρά να διαλέξεις τον ένα από τους δύο. Είτε εσύ να σκοτώσεις τον Κανδαύλη και να αποχτήσεις εμένα και τη βασιλεία των Λυδών, είτε εγώ να σε σκοτώσω, γιατί υπακούοντάς τον είδες κάτι που δεν έπρεπε να δεις.

           Ο Γύγης έπεσε στα πόδια της και την ικέτευε να συγχωρήσει και αυτόν και τον Κανδαύλη. Εκείνη όμως ήταν ανένδοτη και τελικά αυτός δέχτηκε (φυσικά) την πρώτη  λύση

           -- Αφού με αναγκάζεις να σκοτώσω, χωρίς τη θέλησή μου, το βασιλιά μου, πες μου να ακούσω τον τρόπο με τον οποίο θα το κάνουμε

της λέει και εκείνη του απάντησε

           -- Θα γίνει με τον ίδιο τρόπο και στο ίδιο μέρος που έγινε η προσβολή, όταν θα έχει πια κοιμηθεί

           Πραγματικά ένα βράδυ ο Γύγης ακολούθησε τη βασίλισσα στον κοιτώνα και κρύφτηκε πίσω από την πόρτα του, εφωδιασμένος με ένα εγχειρίδιο, που του ‘δωσε εκείνη και όταν ο Κανδαύλης έπεσε να κοιμηθεί, τον σκότωσε.

           Μετά το θάνατο του βασιλιά παντρεύτηκε τη χήρα του και έγινε ο ίδιος βασιλιάς της Λυδίας. Έτσι ξεκίνησε η δυναστεία των Μερμναδών, που κυβέρνησε τη χώρα κάπου εκατόν πενήντα χρόνια. Τελευταίος βασιλιάς της δυναστείας ήταν ο γνωστός μας Κροίσος.

 

Επιστροφή