Οι Αρχαίοι είχαν την πλάκα τους

Ο Λουκιανός και ο ψευδομάντης

Γράφει ο Δημήτρης Γερμιώτης*

 

Μια φορά κι έναν καιρό στην πόλη της Παφλαγονίας Αβώνου Τείχος ζούσε τον 2ο αιώνα της χρονολογίας μας ένας νεαρός ονόματι Αλέξανδρος.  Δεν ήταν ούτε πλούσιος, ούτε μορφωμένος, ούτε είχε σημαίνοντες γονείς και στα νιάτα του ήταν ανεπάγγελτος. Ήταν όμως ωραίο παιδί και καθώς  δεν ήταν και πολύ… φανατικός άντρας, για ένα διάστημα έκανε το “τεκνό” σε διαφόρους πλούσιους μερακλήδες. Μεταξύ αυτών ήταν και ένας αγύρτης, που παρίστανε τον μάντη, και ισχυριζόταν πως μπορούσε να κάνει μάγια, να εξορκίζει, να προλέγει το μέλλον, να ανακαλύπτει κρυμμένους θησαυρούς και όλα τα σχετικά. Επί πλέον ισχυριζόταν πως υπήρξε μαθητής του μεγάλου διδασκάλου, του Απολλώνιου του Τυανέα.

Ο Αλέξανδρος έμεινε κοντά στον προστάτη του λίγα χρόνια, και συν τοις άλλοις έμαθε και την τέχνη της μαντικής και της θαυματοποιίας. Όταν δε κάποτε μεγάλωσαν τα γένια του, δεν περνούσε πια η μπογιά του και η σταδιοδρομία του ως Γανυμήδη τερματίστηκε, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί όσα κόλπα έμαθε κοντά στον αγύρτη. Στην αρχή συνεταιρίστηκε με κάποιον ονόματι Κοκκωνά και άρχισαν να περιοδεύουν στη Μικρασία και τη Θράκη. Βρήκαν και κάποια πλούσια, μεσόκοπη μεν αλλά φιλάρεσκη, στην οποία προσκολλήθηκαν εξασφαλίζοντας έτσι τα προς το ζην μια που δεν είχαν ακόμα μεγάλα έσοδα σαν μάγοι.

Η εποχή προσφερόταν σε τέτοιου είδους δραστηριότητες. Και τότε είχαμε ένα είδος παγκοσμιοποίησης. Η πόλη-κράτος της κλασσικής αρχαιότητας είχε υποκατασταθεί από το οικουμενικό ρωμαϊκό κράτος. Οι παλιοί δημοκρατικοί θεσμοί ατόνησαν ή καταργήθηκαν, ο υπήκοος αντικατέστησε τον πολίτη και το αίσθημα ασφαλείας που έδινε στους πολίτες της κάθε πόλη-κράτος εξαφανίστηκε. Η θέση των κατώτερων αλλά και των μεσαίων στρωμάτων στο μεσογειακό χώρο χειροτέρεψε απότομα. Μπορεί η εποχή αυτή να ονομάζεται “Ρωμαϊκή Ειρήνη” αλλά αυτό ίσχυε μόνο για τους πλούσιους και ισχυρούς, για τους δούλους και τους φτωχούς δεν υπήρχε ειρήνη παρά μόνο καταστολή. Αυξήθηκε σε πρωτοφανείς ρυθμούς ο αριθμός των δούλων, η δουλική εργασία, προσπόριζε αμύθητο πλούτο στους μεγάλους γαιοκτήμονες και  εξαθλίωνε τα κατώτερα αγροτικά στρώματα. Μεγάλωσε ακόμη περισσότερο η κοινωνική ανισότητα ενώ η υπεροψία, η αυταρχία και η διαφθορά των πλουσιοτέρων στρωμάτων έγιναν ακόμα πιο προκλητικές και αχαλίνωτες.

Ένα ισχυρό κύμα απαισιοδοξίας κυρίεψε τους σκεπτόμενους ανθρώπους, σ’ ολόκληρη τη ρωμαϊκή επικράτεια και όλοι αναζητούσαν  λύσεις πέραν του κόσμου τούτου. Ο πληθυσμός των χωρών γύρω από τη Μεσόγειο βυθίστηκε σιγά σιγά στην πολιτική απάθεια, στη μοιρολατρία και στράφηκε προς στο μυστικισμό, τον ανορθολογισμό και τη θρησκεία, ζητώντας απ' αυτήν παρηγοριά και ενδυνάμωση. Αυτοί είναι οι λόγοι που, κατά την εποχή αυτή γνώρισαν τόση ακμή οι μάγοι, οι αστρολόγοι, οι προφήτες και οι γόητες και οι λοιποί αγύρτες αλλά και επίσης εμφανίστηκαν νέες θρησκείες, ή διαδόθηκαν παλαιές, που ως τότε είχαν περιορισμένη ή τοπική εμβέλεια.

Η καινούργια προστάτιδα των δύο απατεώνων καταγόταν από την Πέλλα της Μακεδονίας και τους πήρε μαζί της όταν επισκέφθηκε την πατρίδα της. Εκεί στην Πέλλα υπήρχαν κάτι μεγάλα αλλά εντελώς αβλαβή φίδια, από τα λεγόμενα “σπιτόφιδα” (οικουροί όφεις) και ο Αλέξανδρος αγόρασε ένα για λίγους οβολούς. Το φίδι αυτό το τάιζε με μελόπιτες και γενικά το εξημέρωσε τόσο ώστε χωνόταν στα ρούχα του από τα οποία ξεπρόβαλε όταν το αφεντικό του το ερέθιζε κατάλληλα. Εν συνεχεία ο Αλέξανδρος με τον Κοκκωνά πήγαν στη Χαλκηδόνα  και εκεί έθαψαν στο χώμα χάλκινες πλάκες, όπου ο Κοκκωνάς είχε γράψει πως ο θεός Ασκληπιός θα εμφανιστεί στο Αβώνου Τείχος. Κατόπιν κάποιος δικός τους βαλτός “ανακάλυψε” τις χάλκινες πλάκες.

Η φήμη του “θαύματος” διαδόθηκε πλατιά και οι συντοπίτες του Αλέξανδρου, άνθρωποι απλοϊκοί και εύπιστοι, όχι μόνο πίστεψαν την μέλλουσα εμφάνιση του θεού αλλά άρχισαν να σκάβουν τα θεμέλια του ναού που θα του αφιέρωναν. Τότε όμως οι δύο συνεταίροι μάλωσαν και χώρισαν. Ο Αλέξανδρος, μόνος του πλέον, έφτασε στην πατρίδα του, φορώντας πολυτελή ρούχα και με πλούσια κόμη πλεγμένη σε κοτσίδες. Του έγινε πάνδημη υποδοχή. Ο Αλέξανδρος από την άλλη μέρα άρχισε να επιδεικνύει τις μαντικές του ικανότητες και να θαυματοποιεί, προκαλώντας τον θαυμασμό των άξεστων Παφλαγόνων. Το μεγάλο ήμερο φίδι που αγόρασε στην Πέλλα δεν το εμφάνισε ακόμα αλλά πήρε ένα αυγό χήνας, το άδειασε από το περιεχόμενό του, έχωσε με κατάλληλο τρόπο και χωρίς να το σπάει, ένα μικρό νεογέννητο φιδάκι και το ξανάκλείσε με άσπρο κερί και στουπέτσι. Μια νύχτα πήγε κρυφά και το έθαψε στη λάσπη των θεμελίων του μελλοντικού ναού του Ασκληπιού. 

Την επομένη βγήκε από το σπίτι του μισόγυμνος και δήθεν σε κατάσταση έκστασης και άρχισε να αγορεύει στο πλήθος σε γλώσσα ακατάληπτη, όπου τα μόνα κατανοητά ήταν τα ονόματα του Ασκληπιού και του Απόλλωνα. Κατόπιν, ακολουθούμενος από πολύν κόσμο, πήγε τρέχοντας στα θεμέλια του ναού, ανακάλυψε το αυγό, το έσπασε και δείχνοντας στα έκθαμβα πλήθη το φιδάκι, τους πληροφόρησε πως ήταν μετενσάρκωση του θεού Ασκληπιού. Λίγες μέρες αργότερα εξαφάνισε τα φιδάκι και παρουσίασε το μεγάλο φίδι που είχε αγοράσει στην Πέλλα, βεβαιώνοντας τους εύπιστους Αβωνοτειχίτες πως το φιδάκι είχε μεγαλώσει απότομα και τώρα λεγόταν Γλύκων.

Από τότε η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της πατρίδας του και εξαπλώθηκε παντού. Καθιερώθηκε σαν μάγος, χρησμοδότης και θαυματοποιός και από κάθε γωνιά του ρωμαϊκού κράτους έφταναν στο Αβώνου Τείχος προσκυνητές ζητώντας χρησμούς ή θεραπεία και προσφέροντας στον απατεώνα μεγάλα δώρα. Ακόμα και από τη Ρώμη ήρθαν να τον δούνε και όχι μόνο απλοϊκοί αλλά και σοβαροί άνθρωποι όπως ο Ρουτιλιανός.

Στο μεταξύ ο Αλέξανδρος βελτίωσε τη μαντική τεχνική του. Είχε διδάξει στο φίδι του να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται ανάλογα με τις προσταγές του και του φόρεσε ένα κάλυμμα του κεφαλιού που έμοιαζε με ανθρώπινο πρόσωπο. Το δωμάτιο όπου δεχόταν τους πιστούς του ήταν φυσικά πάντα μισοσκότεινο. Ταυτόχρονα οργάνωσε δίκτυο πρακτόρων, που του δίνανε όσες πληροφορίες χρειαζόταν και αφορούσαν τα υποψήφια θύματά του. Είχε επίσης κοντά του γλωσσομαθείς βοηθούς που αν ο ερωτών ήταν Γαλάτης ή Σύρος ή Σκύθης, έγραφαν τους “χρησμούς” που διάβαζε ο Αλέξανδρος στη γλώσσα του. Τέλος επινόησε πολλούς τρόπους για να αποσφραγίζει επιστολές, γιατί ζητούσε από τους “πελάτες” του να του δίνουν τα ερωτήματα σε κλειστό σφραγισμένο γράμμα. Το γράμμα αυτό το έπαιρνε, κλεινόταν για λίγο στο “άδυτο” του σπιτιού του παρέα με τον Γλύκωνα, το αποσφράγιζε, διάβαζε την ερώτηση και κατόπιν το ξανασφράγιζε και έδινε στο θύμα την επιστολή “άθικτη” αλλά, ξέροντας την ερώτηση, του έδινε κατάλληλη απάντηση. Στις σπάνιες περιπτώσεις που δε μπορούσε να παραβιάσει τη σφραγίδα έδινε απαντήσεις δυσνόητες και διφορούμενες.

Όλοι πίστεψαν πως ο Αλέξανδρος μπορούσε να διαβάσει “σφραγισμένο γράμμα”. Όπως ήταν επόμενο η φήμη του μεγάλωσε ακόμα πιο πολύ και απόχτησε τεράστια πλούτη. Άρχισε τότε να περιοδεύει τη Μικρασία, φτάνοντας ως τον Πόντο και την Καππαδοκία. Όπου εμφανιζόταν τα πλήθη έτρεχαν πατείς με πατώ σε να τον προσκυνήσουν. Οι μόνοι που δεν έτρεξαν πίσω του ήταν οι Επικούρειοι και οι Χριστιανοί. Οι τελευταίοι διότι είχαν δικό τους θεό και θαυματουργούς αγίους, οι δε Επικούρειοι διότι, έχοντας παραμείνει πιστοί στον ελληνικό ορθολογισμό, όχι μόνο απέρριπταν και θαύματα και μάντεις, αλλά ξεσκέπαζαν στα μάτια του κόσμου τις αγυρτείες του. Και οι μεν Χριστιανοί ήταν ακόμα πολύ λίγοι οι Επικούρειοι όμως γέμιζαν ολόκληρες πόλεις και σιγά σιγά πολύς κόσμος άρχισε να κρατά αποστάσεις από τον απατεώνα.

Ο Αλέξανδρος τους κήρυξε τον πόλεμο. Έλεγε πως είχε γεμίσει ο Πόντος άθεους και παρότρυνε τους οπαδούς του να τους λιθοβολούν και να καίνε όποια βιβλία του Επικούρου πέφτανε στα χέρια τους. Στις ιεροτελεστίες που είχε καθιερώσει, είχε επινοήσει ολόκληρο τυπικό και όταν άρχιζε τις συνάξεις του φώναζε “έξω οι Χριστιανοί” και οι οπαδοί του απαντούσαν “έξω οι Επικούρειοι”.

Σε μια τέτοια περιοδεία του Αλέξανδρου τον συνάντησε ο Λουκιανός, ο μεγάλος σαρκαστής των πάντων, ένθερμος δε Επικούρειος. Ο Λουκιανός του έκανε πολλά χουνέρια. Πρώτα του έδωσε τρεις σφραγισμένες επιστολές: στην πρώτη τον ρωτούσε αν ήταν φαλακρός και στις άλλες δύο ποια ήταν η πατρίδα του Ομήρου. Φρόντισε όμως οι σφραγίδες να μη μπορούν με κανένα τρόπο να παραβιαστούν, ενώ με φίλους του παραπλάνησε τον Αλέξανδρο σχετικά με τα ερωτήματα. Έτσι ο Αλέξανδρος απάντησε άλλα αντ΄ άλλων και φυσικά βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση όταν ο Λουκιανός άνοιξε μπροστά στον κόσμο τα γράμματα. Κατόπιν του έστειλε άλλο γράμμα με ερωτήσεις και μαζί οχτώ δραχμές. Ο Αλέξανδρος, που και πάλι Δε μπόρεσε να το αποσφραγίσει παραπλανήθηκε από τις δραχμές και από λόγια φίλων του λουκιανού και νομίζοντας πως το γράμμα περιλάμβανε οχτώ ερωτήματα έδωσε οχτώ διφορούμενες και ακατάληπτες απαντήσεις. Το γράμμα όμως είχε ένα και μόνο ερώτημα: “πότε θα αποκαλυφθεί ότι ο Αλέξανδρος είναι απατεώνας”.

           Ύστερα από αυτό το ρεζίλεμα ο Αλέξανδρος δεν ήθελε ούτε να δει στα μάτια του τον Λουκιανό και φαίνεται πως έβαλε κάποιους μπράβους του να τον δείρουν και γιαυτό ο διοικητής της Καπαδοκίας του έδωσε δύο φρουρούς. Με τη συνοδεία των στρατιωτών ο Λουκιανός ξαναπέρασε από το Αβώνου Τείχος και κάνοντας τον μετανοημένο πήγε στον ψευδομάντη και του ζήτησε να κλείσουν ειρήνη. Ο Αλέξανδρος “μεγαλόψυχα” τον συγχώρησε και του έδωσε το δεξί του χέρι να το φιλήσει, ο Λουκιανός όμως αντίθετα τον … δάγκωσε πολύ άσκημα και μόνο χάρη στην παρουσία των στρατιωτών γλίτωσε από το λυντσάρισμα των οπαδών του μάγου. Κατόπιν πήγε στη γειτονική παραλιακή πόλη Άμαστρη και πήρε ένα πλοίο για την Νικομήδεια της Βιθυνίας. Ο Αλέξανδρος μαθαίνοντας το επιχείρησε και πάλι να σκοτώσει τον Λουκιανό δωροδοκόντας τους ναύτες του καραβιού που θα τον πήγαινε από τα παράλια του Πόντου στο Βυζάντιο. Ο πλοίαρχος όμως κατόρθωσε να μεταπείσει το πλήρωμά του και ο Λουκιανός σώθηκε.

Τελικά ο μάγος είχε οικτρό τέλος. Μολύνθηκε το πόδι του, έπαθε γάγγραινα και πέθανε με φρικτούς πόνους. Τότε αποκαλύφθηκε πως ήταν πράγματι φαλακρός, γιατί οι γιατροί βάζοντας του ψυχρά επιθέματα στο κεφάλι του έβγαλαν τη μεγαλοπρεπή περούκα που φορούσε.

Τα παραπάνω που διαβάσατε και πολλά άλλα ακόμη περιέχονται σε ένα κείμενο του Λουκιανού που απευθύνεται σε έναν φίλο του, τον Κέλσο,  επίσης Επικούρειο φιλόσοφο και συγγραφέα του “Αληθούς Λόγου”.

 



* Ο Δημήτρης Γερμιώτης είναι λόγιος

Επιστροφή