ΜΗΤΗΡ ΚΑΙ ΦΙΛΙΝΝΑ

 

ΜΗΤ. Ζουρλάθηκες, μωρή Φίλιννα ή τίποτ’ άλλο έπαθες εχτές στο γλέντι; Ήρθε σήμερα πρωί-πρωί ο Δίφιλος και μου διηγήθηκε κλαίγοντας όλα όσα τού’ καμες. Μέθυσες, λέει, και σηκώθηκες καταμεσής και χόρευες ενώ εκείνος προσπαθούσε να σε εμποδίσει, κατόπιν φίλησες το φίλο του το Λαμπρία, κι επειδή θύμωσε και σε μάλλωσε τον απαράτησες και πήγες κοντά στο Λαμπρία και τον αγκάλιασες, ενώ αυτός κόντευε να σκάσει από το κακό του μ’ αυτά που γινόντουσαν. Κι ούτε κοιμήθηκες, θαρρώ, μαζύ του τη νύχτα, αλλά τον άφισες να κλαίει και ξάπλωσες σ’ ένα καναπέ εκεί κοντά, μόνη σου, και τραγουδούσες για να τόνε σκας.

 

ΦΙΛ.    Όμως, μαννούλα, δεν σού’ πε και τα δικά του τα καμώματα. Γιατί δε θά’ παιρνες το μέρος του, αν ήξερες τις προσβολές που μού’καμε. Προτού νά’ ρθει ο Λαμπρίας, ο λεγάμενος με είχε παρατήσει και είχε πιάσει την ψιλοκουβέντα με τη Θαΐδα, την αγαπητικιά του Λαμπρία. Κι όταν είδε που στεναχωρέθηκα, και τού’ γνεφα τι είν’ αυτά που κάνει, αυτός πιάνοντας τη Θαΐδα από την άκρη του αφτιού, της έγειρε πίσω το κεφάλι και της έδωσε ένα φιλί τόσο ρουφηχτό, που θαρρείς και κόντεψε να της ξεκολλήσει τα χείλια. Κι έπειτα, όπως έκλαιγα εγώ αυτός γελούσε και ζυγώνοντας το στόμα του στης Θαΐδας το αφτί, της κρυφομιλούσε ώρα, εις βάρος μου φυσικά, και κείνη με κύτταζε και χαμογελούσε, ώσπου ακούσανε που’ ρχόταν ο Λαμπρίας και χορτάσανε φιλιά. Εγώ τότε, παρ’ όλ’ αυτά, πήγα και κάθισα πλάι του, για να μη μπορεί να προφασίζεται ύστερα. Η Θαΐδα πρώτη σηκώθηκε και χόρεψε και τραβώντας το φόρεμά της έδειχνε τις γάμπες της, σα νά’τανε μόνο αυτή που έχει όμμορφες γάμπες. Όταν εσταμάτησε, ο Λαμπρίας δεν είπε τίποτα, σώπαινε. Όμως ο Δίφιλος άρχισε τα παινέματα: τι όμμορφα και ρυθμικά που χόρεψε, τι τέλεια π’ ακολουθούσε το πόδι της την κιθάρα, τι φίνες γάμπες ήταν αυτές, και χίλια δυο άλλα τέτοια, λες και παίνευε τη Σωσάνδρα του Κάλαμη, κι όχι τη Θαΐτσα, που την είδες στο λουτρό και ξέρεις πώς είναι! Κι η Θαΐδα άρχισε τότε την κοροϊδία: Ας σηκωθεί δα να χορέψει και καμμιά άλλη… αν δεν ντρέπεται που’ ναι οι γάμπες της λιανές σαν καλάμια! Τι να πω, μάννα; Σηκώθηκα το λοιπόν και χόρεψα. Τι έπρεπε να κάμω; Να τα καταπιώ μαθές και ν’ αφίσω τη Θαΐδα να μας κάνει την πρώτη στο γλέντι;

 

ΜΗΤ. Έπρεπε να σταθείς ανώτερη, κόρη μου, και να μην της δώσεις σημασία.

Όμως για λέγε παρακάτω. Τι έγινε ύστερα;

 

ΦΙΛ.    Όλοι οι άλλοι με παίνεσαν για το χορό μου, και μοναχά ο Δίφιλος έγειρε

ανάσκελα και κυττούσε το ταβάνι αμίλητος, ώσπου κουράστηκα κι έκατσα κάτω.

 

ΜΗΤ.   Είν’ αλήθεια πως φίλησες το Λαμπρία, και πως πήγες κοντά του και τον αγκάλιασες; Δεν μιλάς, ε! Κάτι τέτοια δε συχωριούνται!

 

ΦΙΛ.    Να, ήθελα να τον πικράνω κι εγώ όπως με πίκρανε.

 

ΜΗΤ.   Κι έπειτα, όχι μόνο δεν εκοιμήθηκες μαζύ του, μα και τό’ ριξες στο τραγούδι, καθώς εκείνος έκλαιγε! Δε συλλογιέσαι, κόρη μου, πως είμαστε φτωχές; Δε θυμάσαι πόσα μας έχει δώσει; Δεν σκέφτεσαι πώς θα τη βγάζαμε πέρυσι το χειμώνα αν δεν μας τον έστελνε η Αφροδίτη;

 

ΦΙΛ.    Και πρέπει γι’ αυτό να τα καταπίνω όλα και να τον αφίνω να με κάνει σκουπίδι;

 

ΜΗΤ.   Να θυμώνεις, κόρη μου, δε λέω, αλλά να μην τόνε προσβάλλεις. Οι αγαπητικοί τσαντίζονται με τις προσβολές κι αρχίζουν να λένε: ρε πού έμπλεξα! και κόβουνε. Εσύ πολύ ζόρικη τού’ χεις γίνει του ανθρώπου, και πρόσεξε μην το παρατραβάμε το σκοινί, γιατί μπορεί να κοπεί, που λέει και η παροιμία.




Μετάφραση: Απρίλης 1976

 

Επιστροφή