Γλυκέρα και Θαΐς

 

ΓΛΥΚ.

Τὸν στρατιώτην͵ Θαΐ͵ τὸν Ἀκαρνᾶνα͵ ὃς πάλαι μὲν Ἀβρότονον εἶχε͵ μετὰ ταῦτα δὲ ἠράσθη ἐμοῦ͵ τὸν εὐπάρυφον λέγω͵ τὸν ἐν τῇ χλαμύδι͵ οἶσθα αὐτόν͵ ἢ ἐπιλέλησαι τὸν ἄνθρωπον;

ΓΛΥΚ.

Τόνε θυμάσαι, Θαΐτσα, κείνον το στρατιώτη τον Ακαρνάνα, πού’ τανε παλιότερα με την Αβροτονούλα κι ύστερα τά’ φτιασε μαζί μου; Αυτόνε ντε, το λεβεντονιό με τη χλαμύδα, ή μπας και τόνε ξέχασες;

ΘΑΪΣ

Οὔκ͵ ἀλλὰ οἶδα͵ ὦ Γλυκέριον͵ καὶ συνέπιε μεθ΄ ἡμῶν πέρυσιν ἐν τοῖς Ἁλώοις. τί δὲ τοῦτο; ἐῴκεις γάρ τι περὶ αὐτοῦ διηγεῖσθαι.

ΘΑΪΣ

Πώς, Γλυκερούλα, τον θυμάμαι, που τά’ πιαμε πέρυσι μαζύ στα Αλώα.[1] Τι τρέχει; Κάτι θέλεις να μου πεις για δαύτον.

ΓΛΥΚ.

Γοργόνα αὐτὸν ἡ παμπόνηρος͵ φίλη δοκοῦσα εἶναι͵ ἀπέσπασεν ἀπ΄ ἐμοῦ ὑπαγαγοῦσα.

ΓΛΥΚ.

Να, αυτή η παμπόνηρη η Γοργόνα -που μού’ κανε και τη φιλενάδα. Χώθηκε ανάμεσά μας και μου τον πήρε.

ΘΑΪΣ

Καὶ νῦν σοὶ μὲν ἐκεῖνος οὐ πρόσεισι͵ Γοργόναν δὲ ἑταίραν πεποίηται;

ΘΑΪΣ

Δηλαδή, δεν έρχεται πια μαζύ σου ο λεγάμενος, αλλά έκαμε ερωμένη του τη Γοργόνα;

ΓΛΥΚ.

Ναί͵ ὦ Θαΐ͵ καὶ τὸ πρᾶγμα οὐ μετρίως μου ἥψατο.

ΓΛΥΚ.

Ναι, Θαΐτσα. Και δεν ξέρεις πόσο μου κόστισε τούτο το χουνέρι…

ΘΑΪΣ

Πονηρὸν μέν͵ ὦ Γλυκέριον͵ οὐκ ἀδόκητον δέ͵ ἀλλ΄ εἰωθὸς γίγνεσθαι ὑφ΄ ἡμῶν τῶν ἑταιρῶν. οὔκουν χρὴ οὔτε ἀνιᾶσθαι ἄγαν οὔτε μέμφεσθαι τῇ Γοργόνῃ· οὐδὲ γὰρ σὲ Ἀβρότονον ἐπ΄ αὐτῷ πρότε ρον ἐμέμψατο͵ καίτοι φίλαι ἦτε. 1.2 ἀτὰρ ἐκεῖνο θαυμάζω͵ τί καὶ ἐπῄνεσεν αὐτῆς ὁ στρατιώτης οὗτος͵ ἐκτὸς εἰ μὴ παντάπασι τυφλός ἐστιν͵ ὃς οὐχ ὡράκει τὰς μὲν τρίχας αὐτὴν ἀραιὰς ἔχουσαν καὶ ἐπὶ πολὺ τοῦ μετώπου ἀπηγμένας· τὰ χείλη δὲ πελιδνὰ καὶ τράχηλος λεπτὸς καὶ ἐπίσημοι ἐν αὐτῷ αἱ φλέβες καὶ ῥὶς μακρά. ἓν μόνον͵ εὐμήκης ἐστὶ καὶ ὀρθὴ καὶ μειδιᾷ πάνυ ἐπαγωγόν.

ΘΑΪΣ

Ζόρικο πράμα βέβαια, Γλυκερούλα, όμως όχι κι αναπάντεχο. Είναι συνηθισμένα σε μας τις εταίρες κάτι τέτοια φερσίματα. Γι’ αυτό ούτε να χολοσκάς πρέπει ούτε και να κατηγορείς πολύ τη Γοργόνα. Σε κατηγόρησε σένα η Αβροτονούλα τότε που της έκανες εσύ την ίδια λαχτάρα, μόλο που ήσασταν φιλενάδες; Εκείνο όμως που δεν καταλαβαίνω είναι τι της βρήκε της Γοργόνας αυτός ο στρατιώτης. Μπιτ στραβός είναι και δε βλέπει πώς μαδάνε τα μαλλιά της κι έχει αρχίσει να κάνει φαλάκρα από πάνω από το κούτελο ή τα χείλια της πού’ ναι κατάχλωμα σαν του λείψανου ή το λαιμό της πούν’ αδύνατος με φουσκωμένες τις φλέβες; Άσε πια τη μυτάρα της. Το μόνο καλό πού’χει είναι πού’ναι ψηλή μ’ ολόισιο το κορμί της και γελάει πολύ χαριτωμένα.

ΓΛΥΚ.

Οἴει γάρ͵ ὦ Θαΐ͵ τῷ κάλλει ἠρᾶσθαι τὸν Ἀκαρνᾶνα; οὐκ οἶσθα ὡς φαρμακὶς ἡ Χρυσάριόν ἐστιν ἡ μήτηρ αὐτῆς͵ Θεσσαλάς τινας ᾠδὰς ἐπισταμένη καὶ τὴν σελήνην κατάγουσα; φασὶ δὲ αὐτὴν καὶ πέτεσθαι τῆς νυκτός· ἐκείνη ἐξέμηνε τὸν ἄνθρωπον πιεῖν τῶν φαρμάκων ἐγχέασα͵ καὶ νῦν τρυγῶσιν αὐτόν.

ΓΛΥΚ.

Για την ομορφιά της θαρρείς πως την εδιάλεξε, Θαΐτσα, ο ρουμελιώτης; Δεν ξέρεις πως η μάννα της, η Χρύσω, είναι μάγισσα και ξέρει κάτι θεσσαλικά ξόρκια και πως κατεβάζει το φεγγάρι; Λένε μάλιστα πως τις νύχτες πετάει σα νυχτερίδα. Αυτή τον επότισε κάτι μαγικά βοτάνια, τον έκαμε παλαβό για την κορη της και τόρα τον τρυγάνε…

ΘΑΪΣ

Καὶ σὺ ἄλλον͵ ὦ Γλυκέριον͵ τρυγήσεις͵ τοῦτον δὲ χαίρειν ἔα.

ΘΑΪΣ

Και συ Γλυκερούλα θά’ βρεις άλλονε να τρυγήσεις. Και τούτον εδώ φασκέλωσέ τον.

 



[1] Γιορτή τ’ Αλωνιού.

ư괴򰷞