Ο σκληρός αγών δια των Μάρκων

 

Σκίτσο του Μποστ από την Ελευθερία (φύλλο της 17.1.1960), που μάλλον είναι το πρώτο σκίτσο του Μποστ στην εφημερίδα αυτή.  Αυτό το λέω με κάποια επιφύλαξη, δεν είμαι βέβαιος. Πάντως, δεν έχω βρει παλιότερο σκίτσο στο ηλεκτρονικό σώμα της εφημερίδας και, επιπλέον, το σκίτσο αυτό είναι το μοναδικό, από τις εκατοντάδες που δημοσίεψε ο Μποστ στην Ελευθερία, που αναγγέλθηκε στην πρώτη σελίδα, άρα κάτι το ιδιαίτερο έχει.

 

Τις μέρες εκείνες, αρχή Ιανουαρίου του 1960, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος επισκέπτεται τη Βόννη για να συζητήσει οικονομικά θέματα. Η Ελλάδα θέλει να πουλήσει περισσότερα καπνά, να συνάψει δάνεια, να συνδεθεί με την Κοινή Αγορά, να πάρει κάποιες αποζημιώσεις για τα θύματα του ναζισμού. Οι Γερμανοί κρατούν σφιχτά κλειστό το χέρι τους, όπως ομολογούν οι τίτλοι της εφημερίδας στις 17 Ιανουαρίου:

 

Πενιχρά τα αποτελέσματα των συνομιλιών εις την Μπον. Δημιουργούνται νέοι, ουχί ευμενείς όροι. Ουδέν θετικόν δια τα θύματα του ναζισμού.

 

Ο Μποστ σχολιάζει το όλο θέμα με τον δικό του τρόπο στις μέσα σελίδες:

 

 

 

 

Πρόκειται για μια εξαιρετική σύνθεση του Μποστ, με άπειρα υπονοούμενα και παραπομπές. Για παράδειγμα, το Ζητούνι, από το οποίο φαίνεται να έρχεται ο Κανελλόπουλος (δείτε την πινακίδα κάτω δεξιά), δεν είναι απλώς η παλιά ονομασία της Λαμίας επί Τουρκοκρατίας. Είναι επίσης υπαινιγμός στην παροιμιακή «παρετυμολογική» φράση «Είναι απ’ το Ζητούνι» που συνηθιζόταν για όσους ζητιάνευαν, όπως εδώ ο Κανελλόπουλος. (Σήμερα η φράση έχει ξεχαστεί: έτσι, όταν βλέπουμε το σκίτσο σήμερα, προσπερνάμε το Ζητούνι αμήχανα, ίσως και απορώντας γιατί το έβαλε ο Μποστ).

 

Καθώς καλπάζει τ’ άλογο αφήνει πίσω του φύλλα χαρτί. Το πρώτο γράφει επάνω Σονέτα. Τα Σονέτα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου ήταν κοινός γελοιογραφικός τόπος, αφού όλοι σχεδόν οι γελοιογράφοι της εποχής τον παράσταιναν με τα σονέτα στο χέρι, σε ρολό ή σε βιβλία. Το άλλο χαρτί γράφει «Εγενήθην το 1402. Απεστάλην εις Βόνην το 1960» (υπαινιγμός στο μυθιστόρημα Γεννήθηκα στα 1402 του Κανελλόπουλου). Ο Πήγασος μεταφράζεται και στα τούρκικα Greek Hava Yolari. Παρεμπιπτόντως, το εντελώς υπαρκτό Χαβά Γιολαρί προκαλούσε ανέκαθεν ιλαρότητα στους Έλληνες.

 

Οι Γερμανοί παρομοιάζονται με τους Τούρκους, τα πολυπόθητα μάρκα δίνουν αφορμή για αλυσιδωτά λογοπαίγνια με τον Μάρκο Μπότσαρη, ο Λούντβιχ Έρχαρντ (ισόβιος υπουργός οικονομικών επί Αντενάουερ και στη συνέχεια, από το 1963 έως το 1967, καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας) φοράει φέσι και γούνες σαν τον Αλήπασα και αποκαλείται μπέης και πασιάς της Βόνης, η οποία είναι βέβαια Βιλαέτι. Το κείμενο κάτω από τον τίτλο έχει αναφορές σε Ελύτη ή Μακρυγιάννη (ότι έτζι ήθελεν σωθεί η πατρίς), τα μάρκα τα κρύβουν όχι σε θησαυροφυλάκιο αλλά σε «χανεσί», ενώ πλάι στον μιναρέ υπάρχει αντί για την ημισέληνο αγκυλωτός σταυρός, κάτι που σε νεότερες εποχές θα προκαλούσε από κατακραυγή έως διπλωματικό επεισόδιο.

 

Να σημειωθεί ότι δεν είναι η πρώτη φορά που ο Μποστ σκιτσάρει τον Έρχαρντ (ή Έρχαρτ όπως τον αποκαλεί εδώ και όπως τον γράφει και το ρεπορτάζ της εφημερίδας –οι παλιοί ήταν αμόρφωτοι και πρόσεχαν περισσότερο την ευφωνία, εμείς έχουμε παραμορφωθεί) να αρνείται ή να τσιγκουνεύεται κάποιο δάνειο. Θυμάμαι τουλάχιστον άλλα δυο ή τρία σκίτσα, με πρώτο και καλύτερο το εξαιρετικό «Νύχτες του Καμπούρια», που επιφυλάσσομαι να το ανεβάσω σχολιασμένο κάποια στιγμή –προς το παρόν, προλαβαίνετε να το δείτε ασχολίαστο στο μίνι αφιέρωμα του Κουκουζέλη στον Μποστ.

 

Ακόμα και οι μικρές λεπτομέρειες αξίζουν προσοχή: κάτω στα τείχη, ο στρατιώτης με τη χατζάρα λέει «Έρδε Πάνο». Αυτό το έρδε είναι αρβανίτικο και θα πει «ήρθε» ή κάτι ανάλογο (δεν ξέρω καλά την αρβανίτικη γραμματική, οι επαΐοντες ας διορθώσουν) και στην αρχή σκέφτηκα ότι παραπέμπει στην αρβανίτικη έκφραση «Έρδε Μπούμπουλη» που (νομίζω ότι) ακουγόταν όταν ο Δημήτριος Μπούμπουλης, ο άντρας της πολύ γνωστότερης Μπουμπουλίνας, έκανε επίθεση στους αλγερίνους πειρατές. Όμως, το «Έρδε» μόνο του μπορεί να είναι και επιφώνημα (είπαμε, οι αρβανιτομαθείς να συντρέξουν) διότι βρίσκω στο βιβλίο του Λαμπρινού «Ισχύς μου η αγάπη του φακού» ότι οι αρβανίτες των Μεσογείων, βασιλόφρονες, επευφημούσαν τον Κωνσταντίνο προπολεμικά με το «Έρδε Κώτσο». Κι αλλού βρίσκω ότι η επάνοδος του Κωνσταντίνου το 1921 χαιρετίστηκε με το επιφώνημα «Έρδε! έρδε!» (που είναι και τίτλος επιθεώρησης της εποχής). Οπότε, ίσως παραπέμπει (και;) εκεί ο Μποστ.

 

Ο διάλογος είναι σχετικά σύντομος, όπως είναι λογικό για να κρατηθεί η ισορροπία σε τόσο φορτωμένο σκίτσο· από τη μια ο Έρχαρτ (ή αν προτιμάτε, Έρχαρντ) παραφράζει το πασίγνωστο ποίημα του Βαλαωρίτη («Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη»), ενώ ο Κανελλόπουλος ζητιανεύει, όχι χωρίς τσαμπουκά, με αλλεπάλληλες γενικές πληθυντικού που μπερδεύονται με αιτιατικές ενικού (των Μάρκων – τον Μάρκον).  Παρεμπιπτόντως, το όνομα Μάρκος δεν έχει ετυμολογική σχέση με το νόμισμα μάρκο.

 

Το μαιανδρικό κείμενο στη μπορντούρα του σκίτσου είναι πλούσιο και, όπως συνήθως, αναφέρεται σε θέματα που δεν θίγει το κυρίως σκίτσο:

 

Ήρθα στα μέρη του Βορηά στ’ αλόγατο καβάλα

τι βρέχη στην Κομοτινή και πνίγετ’ η Καβάλα

Καβάλα παν στην εκλησιά, καβάλα προσκηνάνε

είν’ ένα μπόι το νερό κι αλοιός δεν περπατάναι

 

Ελεημοσύνη χριστιανοί, αδέρφηα ελεημοσήνη

Όστις δανείζη ανηψιόν εις τον θειόν να δίνη

Άνοιχ’ το μάρκα χανεσί κε έξελθε τον Μάρκον

αποκλισθέντον τον χοριών μας απαιτούντε βάρκον

 

Αγάδες και πασάδες, μπέηδοι γερμανοί

Ορέ των Μάρκων θέλω, πανί ’μαι με πανί

Των Μάρκων τον λεβέντιν κε των οπλαρχηγόν

Κριπτόμενον εις Βόνην κι εκή καταφυγών

 

Καραμανλής προστάζη να είμαι αυτών ευρών

γερμανιστί υβρίζων μ’ ανγκιλοτόν σταβρών

Κι ας βλέπει πετρελαίων η μάντις Λεϊλά

Λεϊλατών των Μάρκων θ’ απάγωμεν ψηλά.

 

Στα στιλιστικά αυτού του κειμένου, θα προσέξουμε τις άφθονες γενικές (απαιτούνται βάρκων, βλέπει πετρελαίων). Ο Μποστ το έκανε στ’ αστεία, οι σημερινοί λόγιοι που γράφουν «οι δρόμοι δεν διεπλέοντο αυτοκινήτων» το λένε σοβαρά. Επίσης, τον σμυρνέικο πληθυντικό «μπέηδοι».  Όσο για τα πραγματολογικά, διαβάζω ότι τον Γενάρη του 1960 είχαν συμβεί εκτεταμένες πλημμύρες στην Καβάλα και την Κομοτηνή (τα ατίθασα ύδατα του χειμάρρου Μπουκλουτζά, λέει η εφημερίδα). Περισσότερα δεν ξέρω, αλλά δεν χρειάζονται και ιδιαίτερη εξήγηση. Η μάντις Λεϊλά ήταν υπαρκτό πρόσωπο της εποχής, μια γερμανίδα που υποδυόταν τη μάντισσα και ισχυριζόταν ότι είχε προβλέψει πολλά και διάφορα, ανάμεσα στα οποία και πετρελαιοπηγές στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας (αλλά δεν πρόβλεψε ότι θα την πιάναν), και που δίνει στον Μποστ αφορμή για το υπέροχο λογοπαίγνιο με τη «λεϊλασία». Αλλά τι να σημαίνει άραγε το καταληκτικό «θ’ απάγωμεν ψηλά»; Θα απαγάγουμε ψιλά ή θα πάμε ψηλά; Μα, ασφαλώς και τα δύο –όλα τα είχε λογαριάσει ο δαιμόνιος Μποστ!

 

 

  

Επιστροφή στις Σελίδες Μποστ
Επιστροφή στις Αστείες σελίδες



© 2009 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu