Της Παπαρούνας πρόγραμμα κι επίσημοι δηλώσεις

με τόλμην και με σχετικήν ελευθερίαν γλώσσης

 

Η «Παπαρούνα» του Πωλ Νορ

θα ’ναι παρλάν, θα ’ναι σονόρ

και άδον και ηχητικόν

σατυρικόν περιοδικόν

 

Εκδιδόμεθ’ επί τέλους, όπως είχαμε απειλήσει

κι είχαμ’ επί ένα μήνα το μυαλό σας πιπιλήσει!
«Παπαρούνα»! «Παπαρούνα»! Εκοκκίνισ’ ο ντουνιάς

από του Βορείου Πόλου μέχρι Νέας Κοκκινιάς!

Πολλά υποσχεθήκαμε, λαγούς με πετραχήλια,

το γέλιο στων συμπολιτών να φέρουμε τα χείλια,

ότι θα καταργήσουμε τη γκρίνια και το κλάμα,

μα υπάρχει φόβος όλ’ αυτά να μείνουν στη ρεκλάμα

(…)

Την έκδοσίν μας άκουσαν παντού με θυμηδία,

ένας γελούσε από δω και άλλος εμειδία

και: «Πού τα βρήκε τα λεπτά, ρωτούσαν, ο Πωλ Νορ;

Τον ξέραμε ανέκαθεν πτωχόν και άνευ πλούτου

μη το διαμάντι του Ορλώφ, μήπως τον Κοχινώρ

βρήκε θαμμένον άραγε στ’ αμπέλια του παππού του

κι ευθύς τα εξεπούλησε και τα ’κανε λιανά

και σπεύδει περιοδικό ευτράπελο να βγάλει

να το προσθέσει και αυτό στα τόσα μας δεινά

και στις σκοτούρες τις πολλές που ’χουμε στο κεφάλι;

Μήπως φιλία εδήλωσε στον κύριον Βενιζέλον

και έτσι εξασφάλισιν να εύρει εις το μέλλον,

ως τρόφιμος, με τους πολλούς, του Κεντρικού Ταμείου

αυτός που το δημόσιον ουδέποτ’ εζημίου;

Μήπως τού έδωκεν λεπτά το Λαϊκόν το κόμμα,

για να γλυτώσει και αυτό το άκακόν του σκώμμα;

(…)

Πρώτα συλλογιστήκαμε το ζήτημα της γλώσσης

ποια γλώσσα απ’ τις ελληνικές να μεταχειρισθώμεν;

Την γλώσσαν εις ην γίγνοντ’ αι επίσημοι δηλώσεις,

δια να είναι βέβαιον πως δεν θ’ αναγνωσθώμεν

και να νομίζει το κοινόν πως γράφουμε σπουδαία,

ή στην ακατανόητη που γράφετ’ η «Ιδέα»

να δώσωμεν προτίμησιν

για να εξασφαλίσωμεν ταχείαν αποκοίμισιν;

Ακόμα και στη μάγκικη μάς πήγε το μυαλό

του χασισιού και του λουλά τη γλώσσα και της κάμας

δε θα ’ταν διόλου άσχημη –γιατί, περικαλώ,

μήπως κι οι μάγκες, αδερφός, δεν είν’ παιδιά δικά μας;

Ο νους μου πήγε έπειτα στα γαλλικά· καθείς

το ξέρει μπιεν πως νου-νου σομ μπωκού γαλλομαθείς,

λέμε το σάλιο λε σιέλ, τον έρωτα αμούρ,

λέμε βα-τ-αν και ω σικτίρ, λέμε μπωτέ και σαρμ,

λέμε την πείνα μας, λα πειν, τη γκόμενα, χαμούρ,

λέμε το χωροφύλακα αζάν, μα και ζαντάρμ.

(…)

Τέλος αποφασίσαμε να γράφουμε τη γλώσσα

που είναι και ρωμέικη και σύγχρονη και ζώσα

και τρέχει ανεμπόδιστα σαν το νερό της βρύσης,

για να εκφράσεις ό,τι θες και προ παντός να βρίσεις.

                        * * *

Το πρόγραμμά μας το λοιπόν ιδού το –και συντόμως:

Για όλα θα μιλάμε σα να μη μας πιάνει νόμος

χώρας ελεύθερης και μεις ελεύθεροι πολίται,

που αντί χρήματος το παν και η τιμή πωλείται.

Θα ’χουμε στην πολιτική, ανεξαρτήτους γνώμας

-διάβολε! Το φύλλο αυτό είν’ αρκετά δικό μας!-

κι όχι όπως γίνεται αλλού, που κατ’ επιταγήν

πότε τον Ελευθέριον, πότε τον Παναγήν

υμνολογεί ο φουκαράς ο δημοσιογράφος

και γίνεται το επάγγελμα των ιδεών ο τάφος.

Δικό μας περιοδικό δεν έχουμε, όπως λέμε;

σαν θέλουμε τού βάζουμε φωτία και το καίμε!

Το παν μπορεί να χάσουμε, πλην όμως της τιμής.

Θα ’χουμε εχθρούς και υβριστάς; Θα βρίζουμε και μεις.

(…)

Αυτό λοιπόν το πρόγραμμα είναι της «Παπαρούνας»,

που σύντροφός σας της χαράς θα ’ναι και της φουρτούνας.

Δύο φραγκάκια είν’ αυτά! Για να γελάσεις δώστα!

Και αν την «Παπαρούνα» μας την εύρεις λίγο σκάρτη,

μην απελπίζεσαι, καλέ και φίλε αναγνώστα,

θα γίνει και καλύτερη, και τότε ξαναπάρ’ τη!

 

ΠΩΛ ΝΟΡ

 




Επιστροφή