Επιτύμβιο

 

Μου ’γνεφες, φίλη, μου ’γνεφες με το στραβό σου μάτι

κι ήρτα σιμά κι ανάπνεψα τη μυρουδιά τση κάλτσας σου

την ώρια του στομάτου σου τη μπόχα μύρισά τη

ξεκούρασα τ’ αυτιά μου με τα φάλτσα σου.

 

Κι ήταν μορφιά, σαν άγγελος τση κόλασης εξόριστος

τ’ άλικο στοματάκι σου αμ’ το’ν’αυτί κι ως τ’ άλλο

κι ο πόθος με σιγότρωγεν αψύς κι απεριόριστος

να σφίξω το κορμάκι σου, ίδιο ασκί κοκάλων

 

Τα ζουμερά τα στήθια σου, στρωτά σαν πεζοδρόμια,

να ζούπαγα κι ας πέθαινα, ω μαρμαροτραχήλα,

που’ ν’ τα λαιμά σου σαν πετσί ψωριάρικου σκύλου όμοια

κι οι τορνευτές οι γάμπες σου σαν ροζιασμένα ξύλα.

 

Μα συ πανώρια μ’ άφησες και πέταξες σαν φάλαινα

ενώ το μάτι το γκαβό σαν κούνουπα μ’ εκοίτα

κι έκλαι’ η καρδιά μου που ’μεινε πεντάρφανη και τάλαινα

με σκουριασμένη μέσα της την πρώτη σου σαγίτα.

Αλί μου, αλί μου, πάτησα καταμεσίς στην πίτα.

 

Οχ’ τη σιλοή μου «Καβουρομάνες και κατσαβίδια»

 

ΑΧΘΟΣ ΑΡΟΥΡΗΣ

Άλλοτε παπάς στην ελληνικιά παροικία της Αουστραλίας που τονε σκολάσανε ξουρίζοντάς του τα… γένεια γιατί εζήταγε νέα παιδία δράσεως.

 

 

Δημοσιεύτηκε στο τ. 16 της Παπαρούνας.



Επιστροφή