Απ’ τους καημούς της λιμνοθάλασσας

 

Της γέψης τ’ όργιο

 

Μονάχος όντας κι έρημος σαν τ’αγιονόρους ασκητής

χλαμύδα μαύρη φόρεσα

περπάτησα όσο μπόρεσα

κι έπεσα μες την αγκαλιά της λίμνης βουτηχτής

και των παθώ σου δρόσισα τη λαύρα που ζεμάταγε

την πείνα τη βερέμισσα

με ψάρια του γλυκόνερου σαδιστικά την κόρεσα

και την κοιλιά τη γέμισα

που όντως άδεια το χαβά του Καραΐσκου κράταγε.

Κι απέ σαν εκατάκατσε μες στην κοιλιά μου το φαγί

μες την κοιλιά που φούσκωνε κι ήτανε φόβος να ραγεί

εδώ κι εκεί τη ζούλησα

και το φαγί μου χώνεψα

κι ως μ’ έτυφτε η συνείδηση για τους ιχτυούς που φόνεψα

δυο ψέματα τής πούλησα

τα μπάλωσα και σύχασα.

Κι Ιασωνίδης γένηκα και ξαναρχής εγεύτηκα

μπαμπέσικα και κλέφτικα

τα ψάρια που γουστάριζα

-Αλήθεια, τ’ είχα τ’ ήχασα;

Βουβάθηκαν των άντερων οι θόρυβοι κι οι βόμβοι

και τη θεά τη Δήμητρα μ’ ευγνωμοσύνη σκέφτηκα

και πρόσφερα μια πλέριαν εκατόμβη.

 

            ΑΧΤΟΣ ΑΡΟΥΡΗΣ

 

Πρύτανις των Ελλήνων ποιητών και γνωστός παλιάνθρωπος αντάμ παπαντάμ!

 

 

Δημοσιεύτηκε στο φ. 20 της Παπαρούνας.

Φυσικά, οι Καημοί της Λιμνοθάλασσας είναι συλλογή του Παλαμά αλλά το ποίημα δεν είναι παράφραση παλαμικού. Ιασωνίδης ήταν πολιτευτής της εποχής που είχε καταχραστεί μεγάλα ποσά.

Το αντάμ παπαντάμ σωστότερα λέγεται ‘αναντάμ μπαμπαντάμ’, αν και το αυθεντικό τούρκικο είναι ‘αναντάν μπαμπαντάν’ (anadan babadan, εκ μητρός και πατρός, παναπεί από κούνια) αλλά το έχω δει και σε άλλα κείμενα της εποχής (θαρρώ στον Καραγάτση και σίγουρα στον Μωραϊτίδη) να γράφεται έτσι.

 

 



Επιστροφή