Ευγενικές φιλοδοξίες

 

Να ’γραφα σαν…

 

Να ’γραφα σαν τον φίλον τον Γρηγόριον,

θα ’χα αποκτήσει γόητρον πελώριον,

θα ’χα γραμμένα εγώ τον «Ποπολάρον»,

κι εκδότην εγώ θα ’χα τον Κολάρον.

 

Να ’γραφα σαν τον φίλον Παλαμάν,

θα ’χα και τόσην δόξαν –ωχ, αμάν!-

Με φτώχειαν και υπόληψιν θα έζων

και εθνικός ποιητής θα ήμουν των Κινέζων.

 

Να ’γραφα σαν τον Ζαχ. Παπαντωνίου,

θα ήμουνα σωσμένος διά βίου,

θα επερνούσα την ζωήν μου εξαισίαν,

και θέσιν θα εξησφάλιζα και στην αθανασίαν.

 

Να ’γραφα όπως γράφει ο Μελάς,

θα μ’ ήξερε ολόκληρη η Ελλάς,

όπως το έπαθε εκείνος ο καημένος

και πάει ανεπανόρθωτα χαμένος.

 

Να ’γραφα όπως γράφει ο Νιρβάνας,

λόγια σοφά κι όχι της καραβάνας

και αν δεν ήμουν τίποτα ως εικός,

θα ’μουν τουλάχιστον Ακαδημαϊκός.

 

Να ’γραφα όπως γράφει ο κ. Σκίπης

-στα δυο σε σχίζω, κόσμε, αν αντείπεις!-

θα ’μουνα μια καλή κολοκυθέα,

ή θα ’μουνα οδός στην Καλλιθέα.

 

Να ’γραφα όπως γράφει ο Γρυπάρης,

λέξη δε θενά μπόραγε να πάρεις

και θα με λέγαν, άγνωστον διατί,

πάρα πολύ μεγάλον ποιητή.

 

Να ’γραφα σαν το Γιώργη τον Ασπρέα,

θα ’κανα τη δουλειά μου τόσ’ ωραία,

θα βούταγα όπου εύρισκα ελευθέρως

και θα ’μουν ιστοριογράφος βέρος!

 

 

Δημοσιεύτηκε ανώνυμα στο περιοδικό Παπαρούνα (στο 7ο τεύχος) –πιθανότατα είναι του Πωλ Νορ. Οι περισσότεροι από τους μνημονευόμενους είναι και σήμερα γνωστοί έστω σαν ονόματα (Γρηγόριος είναι ο Ξενόπουλος), εκτός ίσως από τον Γ. Ασπρέα (1875-1952), που έγραφε ιστορικά μυθιστορήματα που δημοσιεύονταν σε συνέχειες στις εφημερίδες και τα περιοδικά.