Του πάθου τ’ όργιο

 

Συθέμελα συγκλόνισα, έτσι σαν Ποσειδώς αψής,

της θάλασσας τα κούφια βάθια,

στο ραντεβού πηγαίνοντας μιας Αμφιτρίτης Μελαψής

-ω της αγάπης πάθια!!!

            *

Μ’ είδεν η σκυλομούρα μου που κράταγα την τρίαινα

και τρέμανε στο διάβα μου τα ψάρια,

πανέμορφος ως έρωτας ως πήαινα

και χούμηξες απάνω μου σαν ύαινα

κι έβραζε το κορμί που εγώ θα μίαινα

σα χίλια σαμοβάρια.

            *

Κι ως σε σφουγγάρια ξάπλωσα

            να ξαποστάσω ζωντανά,

σφουγγίζοντας τον ίδρο μου με δαύτα,

η φλόγα που την έκαιγε σαν αναμμένη νάφτα

απάνω μου την έσπρωξε ξανά.

            *

Και τα κορμιά μπλεχτήκανε με μανιασμένο ανέσασμα,

σα χίλιω χταποδιώ πλοκάμια –

κι ήταν μια ξώφρενη ηδονή και πλέριο κοψομέσιασμα

κι οι ιδρώτες τρέχανε ποτάμια!

            *

Κι απέ σαν ξεκουράστηκαν τα παθιασμένα σώματα

πα σε φυκιώνε μαλακώ χρωματιστά παπλώματα

κι έφυγε η ανεμοζάλη τω σωμάτω,

παιχνίδια ξαναρχίσαμε με μάνητα

κι η λάγνα –σα σουπιά– μου παρακάνει τα

κι ως ήθελε να βρει τον πάτο

φτώμα με ρίχτει κι έρμαιο των κυμάτω.

 

ΑΧΘΟΣ ΑΡΟΥΡΗΣ

 

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 19 της Παπαρούνας, στη ‘Φιλολογική σελίδα’, με την ακόλουθη υποσημείωση:

 

Ο γνωστός Μυτιληνιός μάστορας του στίχου, χταπόδι κι αυτός σαν όλους τους συντοπίτες του και μαθητής τω μεγάλω δασκάλωνέ μας, του Κελεπούρη, του Μαρινέτη και του Ψυχάρη, που ορπίζει κι αφτός να ιδεί θεού πρόσωπο άμα τόνε καταλάβει και τόνε γνοιώσει η ανθρωπάδα.

            Είναι ο ξεχωριστός ποιητής που δεν τόνε μέλλει για δόξες μα –το λέει περήφανα– πάει για δεκάρες –κι οποιανού αρέσει. Είναι μάστορας μαγγιόρος κι η κριτικάδα του φτόνου δεν τόνε φτάνει. Αν έζηγε στην Πάτρα θα ’γλεπες δημοτικότη. Όλοι θαν του φωνάζανε «τι χαμπάρια, Μάστορα;» Αλλά ανάθεμα την περίστασι που η αξία δεν εχτιμιέται!

 

 



Επιστροφή