Το τραγούδι της ταβέρνας

 

Πάρε μαχαίρι κόψε με

κι αντάμα με τη δούλα μου,

Φούλα μου

δέσε με μέσα σε σακκιά

να βουβαθεί μια και καλή

το στόμα που σε μάλλωνε

μ’ άλλονε

άμα σε κοίταζε, κακιά.

 

Πολλές φορές σού μίλησα,

σου λάλησα, σου τα ’ψαλα

κάψαλα

να μην πηδάς τόσα πολλά

γιατί καθείς που σ’ έκανε,

κοπέλα μου, μαιτρέσα του

μέσα του

σε κοροϊδεύει και γελά.

 

Μα συ τρελή δε μ’ άκουσες

μόν’ έγινες ανήθικη,

πίθηκοι

δεν έχουν τόση προστυχιά

πολλά καρφιά ξεσκούριασες,

ξεγάνωτα κι αμπρούτζωτα

μούτζω’τα

κοκότα μου’ γινες φτωχιά.

 

Πάρε φωτιά και κάψε με

και δέσε με σε δέματα

μ’ αίματα

και ρίχτα μες στον Ιλισσό

να μη σας βλέπω γύναια

να μου φοράτε κέρατα…

τέρατα

άμα σας σκέφτομαι λυσσώ

 

ΑΧΘΟΣ ΑΡΟΥΡΗΣ

Αξάδερφος του Εφταλιώτη, του Πσυχάρη, του Πάλλη και του Πέτρου Βλαστού.

 

 

 

Δημοσιεύτηκε στο τ. 20 της Παπαρούνας.

Παράφραση στο «Τραγούδι της ταβέρνας» του Εφταλιώτη, με αναφορές στη δολοφονία του Αθανασόπουλου που είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο.

 

 



Επιστροφή