Το άρθρο αυτό το πήρα από την εγκυκλοπαίδεια Γνώσις του Διαδικτύου. Θα μπορούσα να βάλω απλώς το λίνκι, αλλά έχει καεί η γούνα μου από το πόσο εύκολα και απροειδοποίητα αλλάζουν ή χάνονται τα διαδικτυακά λίνκια. Ωστόσο, όπως μου επισήμανε φίλος, ο αριθμός που δίνεται για τα λευκά ψηφοδέλτια της Β' Αθηνών το 1977 (251.000 λευκά!) φαίνεται υπερβολικός, αφού στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις και με μεγαλύτερο εκλογικό σώμα, ο αριθμός των λευκών και ακύρων σε όλη την επικράτεια ήταν μικρότερος από 200.000 ψηφοδέλτια.

 

Βασίλης Τσιρώνης (15 Αυγούστου 1929 – 11 Ιουλίου 1978). Γιατρός, ιδεολόγος και αντιδικτατορικός αγωνιστής με τραγικό τέλος την περίοδο της δημοκρατίας.

Γεννήθηκε στις 15 Αυγούστου 1929 στην Αθήνα από οικογένεια Μικρασιατών προσφύγων. Το 1947 μπήκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με πολύ καλή σειρά ανάμεσα στους 1300 υποψήφιους της χρονιάς εκείνης, παρά την επιθυμία της οικογένειάς του να μπει στην Σχολή Ευελπίδων με προοπτική να γίνει στρατιωτικός καριέρας.

Το 1958 διορίστηκε από τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό γιατρός των εξόριστων του Άη - Στράτη, τους οποίους παρά τις απαγορευτικές διαταγές βοήθησε ανοικτά και με αυταπάρνηση, αντιδρώντας στην πολιτική φυσικής τους εξόντωσης και καταγγέλλοντας την κυβέρνηση της Δεξιάς για «ανθρωποκτονίες εκ προμελέτης» και τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό για «συνθηκολόγηση και υποταγή» με διοχέτευση στον ξένο Τύπο αρκετών εμπιστευτικών εγγράφων και απόρρητων οδηγιών του τότε υφυπουργείου Ασφαλείας που αποδείκνυαν τις καταγγελίες του.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1962 ίδρυσε το «Κόμμα των Αδεσμεύτων», που όμως έμεινε ανενεργό μέσα στην τότε ανώμαλη πολιτικά εποχή και αργότερα μετονομάστηκε σε Ε.Α.Κ. (Εθνικό Αστικό Κόμμα). Έγινε ευρύτερα γνωστός από μια απεργία πείνας 50 ημερών που πραγματοποίησε επί κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου με αίτημα τον άμεσο επαναπατρισμό των αριστερών πολιτικών προσφύγων από τις χώρες του λεγόμενου «ανατολικού μπλοκ». Το 1969 σε ηλικία 40 ετών και ενώ η απριλιανή δικτατορία (1967 – 1974) απολάμβανε την τρίτη της χρονιά, έκανε αεροπειρατεία έχοντας μαζί του όλη την οικογένειά του, και μέσω Αλβανίας διέφυγε στην Σουηδία, στην οποία ζούσαν τότε οι περισσότεροι αντιδικτατορικοί πολιτικοί πρόσφυγες.

Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1974, λίγο μετά την μεταπολίτευση και ίδρυσε το «Ουδετερόφιλο Ελλαδικό Μέτωπο» ή Ο.Ε.Μ., έκανε διάφορες «επαναστατικές» παρεμβάσεις (υβριστικά συνθήματα κατά του πρωθυπουργού Καραμανλή και κατά γνωστών μεγαλοϊδιοκτητών εφημερίδων, πυροβολισμοί με καραμπίνα κατά μιας γιγαντιαίας φωτογραφίας του Καραμανλή στην Αγορά της οδού Αθηνάς, κ.ά.) και στις εκλογές του 1977 έριξε το σύνθημα της λευκής ψήφου, με αποτέλεσμα να διεκδικήσει μία εβδομάδα αργότερα τα 251.000 λευκά ψηφοδέλτια της Β Εκλογικής Περιφέρειας Αθηνών, πράγμα που προκάλεσε σε μεγάλο βαθμό την απόπειρα της αστυνομίας να τον συλλάβει στην είσοδο του σπιτιού του στην οδό Άρεως 35 στο Παλαιό Φάληρο, μετά από ανακίνηση μίας παλαιάς καταδίκης του.

Από εκεί και πέρα τα πράγματα πήραν μία τραγική τροπή: στις 30 Νοεμβρίου 1977 οι ειδικές αστυνομικές μονάδες και ελεύθεροι σκοπευτές απέκλεισαν την περιοχή γύρω από το σπίτι του Τσιρώνη, όταν εκείνος πυροβόλησε κατά των αστυνομικών που είχαν έλθει να τον συλλάβουν και άρχισε έτσι μία πολύμηνη και επεισοδιακή πολιορκία. Στις 5 Φεβρουαρίου 1978 ο Τσιρώνης κήρυξε το διαμέρισμά του «ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος» και κάθε ημέρα έβγαινε στο μπαλκόνι του και με μεγάφωνα ή με έναν φορητό τηλεβόα διάβαζε στο συγκεντρωμένο πλήθος τα «πολεμικά ανακοινωθέντα» του ενάντια στο «κράτος των μαύρων (εννοώντας των φασιστών)», ενώ κάποιες φορές οι ελεύθεροι σκοπευτές τού είχαν πυροβολήσει τα χωνιά των μεγαφώνων.

Στις 7 Ιουλίου 1978 η καθημερινή εφημερίδα «Το Βήμα» εκτός από το πρωτοσέλιδο σχόλιό της με τον προκλητικό τίτλο «ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΡΑΤΟΣ;», εξέφραζε ανυπόγραφα την «ανησυχία» ότι δήθεν με το «αυτόνομο κράτος» του Τσιρώνη «υπονομευόταν η έννοια του κράτους» και αυτό «από το γεγονός ότι οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν στον ιδιότυπο αυτό γιατρό όχι μόνο να ζει υπό το κράτος ποινικής ασυλίας (αφού δικαστικές αποφάσεις σε βάρος του για αδικήματα του κοινού ποινικού νόμου παραμένουν ανεκτέλεστες), αλλά και να μεταβάλλεται σε ελευθέρως δρώντα, στην περιοχή του Παλαιού Φαλήρου ελεύθερο σκοπευτή. Ονόμασε το διαμέρισμά του Κράτος, έχει προσβάλει ή προσβάλλει καθημερινά δέσμη από άρθρα του ποινικού νόμου, αλλά... έχει εξασφαλίσει το ακαταδίωκτο».

Το σχόλιο τελείωνε ως εξής: «Ποιος κάποτε θα αποφασίσει να προστατεύσει το κύρος και την αξιοπιστία του Κράτους; Διότι και η υπόθεση Τσιρώνη υπογραμμίζει την ανυπαρξία Κράτους». Στις 4 το πρωϊ της 11ης Ιουλίου (της οποίας το τυπωμένο πολλές ώρες νωρίτερα φύλλο του «Βήματος» επανερχόταν με νέο πρωτοσέλιδο ανυπόγραφο άρθρο, που «διαπίστωνε» ότι δήθεν «χειρότερο κι από το ίδιο το γεγονός της διωκτικής απραξίας της αστυνομίας είναι η ατμόσφαιρα ανυπαρξίας του κράτους που δημιουργείται»), υπό την άμεση εποπτεία του τότε υπουργού Δημοσίας Τάξης Μπάλκου, 28 πάνοπλοι κομάντος της «Διμοιρίας Ειδικών Αποστολών» εισέβαλαν με βοήθεια δακρυγόνων στο διαμέρισμα μετά από δικαστική απόφαση και με παρουσία εισαγγελέα, ενώ ο τότε διευθυντής της αστυνομίας Λεμονής έχει δώσει εντολή να μη πλησιάσει δημοσιογράφος σε μεγάλη ακτίνα από την επιχείρηση. Κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες ο Τσιρώνης έπεσε νεκρός, ενώ η σύζυγός του, που μετά την παράδοση των 3 παιδιών τους είχε μείνει μέχρι τέλους δίπλα του στο τελευταίο οχυρωμένο δωμάτιο, φώναζε δυνατά πως «οι φασίστες σκότωσαν τον Τσιρώνη μέσα στο σπίτι του».

Κατά την εκδοχή της αστυνομίας είχε «αυτοκτονήσει». Την επόμενη ημέρα συνελήφθησαν ως «μέλη του Ο.Ε.Μ.» οι Γ. Σκάνδαλης και Δ. Νικολούλης, 26 και 21 χρόνων αντίστοιχα, ενώ την μεθεπόμενη (13 Ιουλίου) 1.000 περίπου άτομα από τον χώρο της Άκρας Αριστεράς διαδήλωσαν στην κηδεία του με συνθήματα κατά της κρατικής βίας και των δημοσιογράφων, τους οποίους κατήγγειλαν ως υποκινητές της εξόντωσης του γιατρού Τσιρώνη. Ωστόσο, στο πολιτικό μνημόσυνο που τού έκανε την επόμενη χρονιά η οικογένειά του δεν παρευρέθησαν περισσότερα από 40 – 50 άτομα.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ανακοίνωσε 2 ημέρες μετά τα γεγονότα, ότι «με τις αντικρατικές και αντικοινωνικές εκδηλώσεις του ήταν (ο Τσιρώνης) συνεχής απειλή και διαρκής κίνδυνος για τους αθώους πολίτες. Πολίτες κάθε κόμματος και εφημερίδες κάθε πολιτικής αποχρώσεως καλούσαν τις αρχές να θέσουν τέρμα στην επικίνδυνη δράση του Τσιρώνη».