Ο άγνωστος ποιητής 'Αχθος Αρούρης (1903-1977)




'Αχθος αρούρης είναι έκφραση ομηρική (Ιλιάδα Σ 104) και θα πει "βάρος της γης", παναπεί άχρηστος άνθρωπος. Είναι και το ψευδώνυμο που διάλεξε ο παπούς μου, ο Νίκος Σαραντάκος, που κληρονόμησα πολλά απ' αυτόν πέρα από όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο (και αριθμό φορολογικού μητρώου, και τραβιέμαι με την εφορία, αλλά χαλάλι). Μ' αυτό το θαυμάσιο ψευδώνυμο δημοσίευε ποιήματά του σε εφημερίδες της Μυτιλήνης και της Αθήνας προπολεμικά. Συλλογή τυπωμένη δεν αξιώθηκε να δει, ετοίμαζε μία όταν τον βρήκε ο καρκίνος και μας τον πήρε, πάνε τώρα εικοσιπέντε χρόνια. Την τύπωσαν οι δικοί μου μεταθανατίως κι έχει ποιήματα "Της Κατοχής και του Στρατόπεδου." Από αυτά δημοσιεύεται εδώ η Προσευχή του Ταπεινού, που είχε μπει πρόλογος στο βιβλίο, και ακόμα ένα, Ο κύριος Τάκης. Επιφυλάσσομαι να βάλω περισσότερα εν καιρώ.

Τα άλλα ποιήματα έμειναν σκόρπια, άλλα δημοσιευμένα σε εφημερίδες, όπως εδώ Η κάσσα κι άλλα εντελώς ανέκδοτα. Ευτυχώς ο πατέρας μου, ο Δημήτρης Σαραντάκος, αξιώθηκε πριν από μερικά χρόνια να γράψει τη μυθιστορηματική βιογραφία του παπού, ένα θαυμάσιο (δεν είμαι αμερόληπτος) βιβλίο όπου μεταξύ άλλων συγκέντρωσε πολλά από τα σκόρπια αυτά ποιήματα. Το εξώφυλλο του βιβλίου διασώζει μια νεανική φωτογραφία του ποιητή.



Ο παπούς είχε ταλέντο να φτιάχνει, κατά παραγγελίαν ενίοτε, ποιήματα στο στυλ γνωστών ποιητών, σολωμικά, παλαμικά, βαρναλικά ή καβαφικά. Ιδού ένα βαρναλικό, Ο εργοστασιάρχης στον Παράδεισο, που δημοσιεύτηκε στον Τρίβολο, τη σατιρική εφημερίδα του Στρατή Παπανικόλα στη Μυτιλήνη, στις 23-6-1933. (Σκεφτείτε ότι η Μυτιλήνη του μεσοπολέμου μπορούσε να συντηρήσει όχι μόνο άφθονες καθημερινές εφημερίδες, αλλά και εβδομαδιαία σατιρική-φιλολογική!).

Στο ίδιο στυλ της παράφρασης, το Τραγούδι του Γρηγόρη, πάνω στο Τραγούδι του αργαλειού του Εφταλιώτη. Γρηγόρη είχε βγάλει ο παπούς το πρώτο του αυτοκίνητο, ένα μετασκευασμένο αγγλικό τζιπ, που δεν έπιανε πάνω από πενήντα, αλλά έφτανε και με το παραπάνω για να μας πηγαίνει στο Ξυλόκαστρο ή στο Τολό τα καλοκαίρια.

Ο παπούς ήταν μαρξιστής και επικούρειος και δεν τα είχε πολύ καλά με τον χριστιανισμό -παραμονές Χριστουγέννων του 1939 έγραψε τη Γέννηση. Γενικότερα όμως ήταν εικονοκλάστης -αν και δημοτικιστής, δεν είχε, ας πούμε, σε εκτίμηση τον Γιάννη τον Ψυχάρη, και είχε γράψει και γι' αυτόν ένα 'Ασεβο ποίημα.

Από τη Μυτιλήνη έφυγε κυνηγημένος μετά τον πόλεμο και δεν ήθελε να ξαναγυρίσει. Στο μεταξύ αλληλογραφούσε με τους εκεί φίλους, πάντοτε έμμετρα. Αντιγράφω εδώ την αρχή μιας επιστολής προς τον Ασημάκη Πανσέληνο και αποσπάσματα μιας άλλης προς τον Στρατή Αναστασέλλη, όπου μεταξύ άλλων τον μαλλώνει επειδή είχε εγκαταλείψει τον παραδοσιακό στίχο στα ποιήματά του. Το 1976 ξαφνικά (προαίσθημα;) έκανε πρώτα ένα ταξίδι στη γενέθλια Μάνη (την οποία είχε να δει από το 1933) και μετά άλλο ένα στη Μυτιλήνη. Γύρισε με πυρετό και μέσα σε λίγους μήνες είχε φύγει....




Ο παπούς, τα τελευταία χρόνια σχεδίαζε επίσης να εκδώσει μεταφράσεις του Λουκιανού. Δεν πρόλαβε, όμως τα χαρτιά του υπάρχουν και έχω αρχίσει να παρουσιάζω σε άλλες σελίδες κάποια από τα κείμενα αυτά.




Τρία ακόμα ποιήματα από τη συλλογή "Της Κατοχής και του Στρατόπεδου":
Ο γέρο Φριτς
Του μαγαζιού
Εφτά χρονών


Παρωδίες και παραφράσεις του Άχθου Αρούρη
Σατιρικά ποιήματα του Άχθου Αρούρη στο περιοδικό Παπαρούνα
Ποιήματα του Άχθου Αρούρη στον Τρίβολο της Μυτιλήνης


Αρχική σελίδα