ΕΠΙΛΟΓΟΣ (ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ)


Προσπάθησα να αφηγηθώ τη ζωή κάποιων μεγάλων ανθρώπων, που έζησαν τον πρώτον αιώνα της χρονολογίας μας και τις συνέπειες που είχε η δράση και η διδασκαλία τους, στη διαμόρφωση μιας παγκόσμιας θρησκείας. Απέφυγα να δώσω στην αφήγησή μου αυτή τον χαρακτήρα ιστορικής μελέτης αλλά ταυτόχρονα προσπάθησα να μην αφίσταται, στο μέτρο του δυνατού, από τα όσα εξιστορούν οι πηγές.

'Οταν ήμουν παιδί υπήρξα θρησκευόμενο άτομο και, εκτός του ότι εξ απαλών ονύχων είχα εξοικειωθεί με τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, (χάρη στον παππού μου - άνθρωπο ευλαβή αλλά όχι θρησκόληπτο - και στον πατέρα μου - βαθύ γνώστη των Γραφών και εντούτοις άθεο), με είχε γοητεύσει και η προσωπικότητα του Ιησού. Βοήθησε πολύ σ' αυτό και η παρουσία στην πόλη όπου ζούσαμε ενός εξαιρετικά γοητευτικού και φωτισμένου ανθρώπου, του αρχιμανδρίτη Χαράλαμπου Δέδε.

Κατόπιν ήρθε η Κατοχή, η Πείνα και αργότερα η Αντίσταση και ρήσεις όπως:

ουαί υμίν τοις πλουσίοις, ότι απέχετε την παράκλησιν υμών
ουαί υμίν οι εμπεπλησμένοι, ότι πεινάσετε
μακάριοι οι πτωχοί, ότι αυτών εστί η βασιλεία των ουρανών
μακάριοι οι πεινώντες, ότι αυτοί χορτασθήσονται
ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν,
πυρ ήλθον βαλείν εις την γην
και άλλες ανάλογες, τις εύρισκα επίκαιρες και με συγκινούσαν. Στο μεταξύ όμως, μαθητής γυμνασίου πλέον, είχα υποκύψει στο κάλλος της Αρχαίας Ελλάδας και ανακάλυψα ότι η ελληνική κοσμοαντίληψη ήταν πολύ πιο εύληπτη, καλαίσθητη και ανθρωποκεντρική από την ιουδαιοχριστιανική. Ξαναδιάβασα, με κριτικό πνεύμα αυτή τη φορά, τα κείμενα της Καινής Διαθήκης και τότε μου γεννήθηκαν ορισμένες απορίες. Πώς είναι δυνατό το πρόσωπο που είπε τα παραπάνω να είπε επίσης και τα ακόλουθα:

απόδοτε ουν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι
μακάριοι οι ειρηνοποιοί
αγαπάτε τους εχθρούς υμών
εάν τις σε αγγαρεύσει εν μίλιον ύπαγε μετ' αυτού δύο...

Αργότερα, στα φοιτητικά μου χρόνια, ήρθε η εποχή της απόλυτης αμφισβήτησης των πάντων και από το διάβασμα αρκετών βιβλίων, ορισμένων απλοϊκών και ισοπεδωτικών, κάποιων όμως αξιόλογων, έφτασα στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξαν ούτε ο Ιησούς Χριστός ούτε ο Απόστολος Παύλος. Όπως ήταν επόμενο, είχα τότε πολλές και έντονες συζητήσεις, με αγαπητούς φίλους, συζητήσεις που, ανεξάρτητα με τη θέση που έπαιρνε καθένας μας, τις θέρμαινε η αγάπη μας προς τον υιόν του τέκτονος, είτε αυτός υπήρξε είτε όχι. Κράτησα τότε ορισμένες σημειώσεις και διατύπωσα κάποια σχόλια.

Την εποχή εκείνη με βασάνιζε επίσης το ερώτημα, πώς θα έπρεπε να αντιμετωπίσω τα βιβλία της Καινής Διαθήκης:

-- Ως θρησκευτικά κείμενα, (θεόπνευστα ή μη), που είναι γραμμένα με αλληγορικό ύφος και έχουν κατηχητικό σκοπό;
--'Η ως ιστορικές πραγματείες, που δίνουν αξιόπιστες πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Ιησού Χριστού και των άλλων προσώπων που έδρασαν στη συγκεκριμένη αυτή εποχή και στη συγκεκριμένη αυτή χώρα;

Αντιπαρερχόμενος το γεγονός ότι θεόπνευστα κείμενα δεν μπορεί, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να αντιφάσκουν μεταξύ τους ή να περιέχουν γραμματικά ή λογικά σφάλματα, δε θα είχα αντίρρηση να δεχτώ ολόκληρη την Καινή Διαθήκη ως απλό θρησκευτικό κατηχητικό κείμενο, γραμμένο με αλληγορικό ύφος. Στην περίπτωση αυτή το ζήτημα θα έπρεπε να είχε θεωρηθεί λήξαν και κατά συνέπεια θα περίττευε το γράψιμο αυτού του βιβλίου.

Επειδή όμως υπάρχουν πολλοί και διαπρεπείς συγγραφείς, που θεωρούν την Καινή Διαθήκη «το εγκυρότερο βιβλίο και το πιστότερα διατηρημένο», την «πλέον ασφαλή πηγή πληροφοριών», οι οποίες μάλιστα «παρατάσσονται με ακρίβεια ως προς τον χρόνον», όπου «περιγράφονται τα γεγονότα εντελώς ψυχρά, χωρίς συναίσθημα θα λέγαμε», πράγμα που κατ' αυτούς «αποδεικνύει την ιστορικότητα της Βίβλου» και επειδή δυστυχώς η γνώμη αυτή είναι η επικρατούσα στον τόπο μας, θέλησα να αντικρούσω την άποψη αυτήν, έστω και με τη μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής.

Ξαναδιάβασα λοιπόν, για πολλοστή φορά, τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, σε συνδυασμό με τα συγγράμματα του Ιουστίνου, του Ευσέβιου, του Ειρηναίου, του Κλήμη του Αλεξανδρέα και άλλων πατέρων της Εκκλησίας, με ορισμένα Απόκρυφα, με τα έργα του Φλάβιου Ιώσηπου, του Φίλωνα, του Τάκιτου, του Σουητώνιου, και άλλων συγγραφέων εκείνης της εποχής και άλλες εξ ίσου αρχαίες πηγές, που μας δίνουν κάποιες πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Ιησού Χριστού, του Παύλου και των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων.

Την ανάγνωσή των πηγών προσπάθησα να την κάνω με όσο το δυνατό περισσότερο κριτικό πνεύμα, απαλλαγμένος από προκαταλήψεις και ιδεοληψίες, προσπαθώντας μόνο να προσεγγίσω την αλήθεια, έχοντας όμως πάντοτε στο νου μου ότι δεν υπάρχει μία αλήθεια, πολύ δε περισσότερο ότι δεν υπάρχει η απόλυτη αλήθεια.

Από τη μελέτη αυτή κατέληξα στο παράδοξο, αλλά απολύτως αναμφισβήτητο, για μένα, γεγονός είναι ότι ο Ιησούς Χριστός ως ιστορικό πρόσωπο απουσιάζει από την ιστορία. Οι σύγχρονοί του, συγγραφείς, ιστορικοί, και φιλόσοφοι, τον αγνοούν πλήρως. Από τα αρχεία του ρωμαϊκού κράτους εκείνων των χρόνων, τα οποία κατά κανόνα είναι πολύ λεπτολόγα και ενημερωτικά, απουσιάζει επίσης οποιαδήποτε μνεία για τη ζωή και τη δράση του. Αδιάβλητα αρχαιολογικά ευρήματα που να πιστοποιούν το πέρασμα του από τη γη δεν υπάρχουν. Μόνο τα Ευαγγέλια μας δίνουν κάποιες πληροφορίες, οι οποίες όμως εκτός του ότι περιορίζονται στα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του και μόνο, είναι αλληλοσυγκρουόμενες, αντιφατικές και αόριστες. Όσον αφορά τα λοιπά τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, απουσιάζει από αυτά κάθε πληροφορία σχετική με την κατά σάρκα ζωή του.

Η απουσία του Ιησού Χριστού από την Ιστορία, οδήγησε πολλούς συγγραφείς (φιλόσοφους, ιστορικούς, θεολόγους, λογοτέχνες ή απλώς σκεπτόμενους ανθρώπους), στο να αρνηθούν την ύπαρξή του. Το πρόβλημα της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού είχε ήδη τεθεί από τον 2ον αιώνα, αναζωπυρώθηκε κατά τους 16ον και 17ον αιώνες και γνώρισε μεγάλην έξαρση κατά τον 19ο και τον 20ο. Τα επιχειρήματα που προβάλλονται είναι ισχυρά και η διαθέσιμη βιβλιογραφία έχει εντυπωσιακές διαστάσεις και περιλαμβάνει εκατοντάδες έργα. Τα σημαντικότερα από αυτά μνημονεύονται στο Παράρτημα.

Από την άλλη πλευρά οι οπαδοί της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού είναι εξ ίσου πολυάριθμοι και τα επιχειρήματά τους αναλόγου βαρύτητας με εκείνα των οπαδών της μυθικότητας του. Βεβαίως υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ των πιστών, των οπαδών δηλαδή της ορθόδοξης άποψης, ότι ήταν Θεάνθρωπος και των άλλων, των οπαδών της άποψης ότι ήταν προικισμένος προφήτης και διδάσκαλος ή πολιτικός επαναστάτης ή κοινωνικός αναμορφωτής.

Κατά τη γνώμη μου η άρνηση της ύπαρξης του Ιησού Χριστού δημιουργεί μεγαλύτερα προβλήματα και παρουσιάζει περισσότερες αντιφάσεις από ότι η αποδοχή της. Διαφωνώντας τόσο με εκείνους που αρνούνται την ύπαρξη του Ιησού Χριστού όσο και με εκείνους που τον αποδέχονται, έστω και με τις αλληλοσυγκρουόμενες πληροφορίες που μας δίνουν γι' αυτόν τα Ευαγγέλια, επιχείρησα γράφοντας αυτό το βιβλίο να θεμελιώσω μια τρίτην εκδοχή:
'Οτι δηλαδή υπήρξαν και έδρασαν την ίδιαν εποχή τρεις διαφορετικοί άνθρωποι (τους οποίους, για να διακρίνονται μεταξύ τους, ονόμασα, τον πρώτον Ιησού γιο του Ιωσήφ και αργότερα Γαλιλαίο Χριστό, τον δεύτερον Ιησού- Εμμανουήλ, γιο της Μαριάμ και αργότερα Ιησού Ναζωραίο και τον τρίτον Ιησού γιο του Ιούδα και αργότερα πρίγκηπα Ιησού), οι οποίοι εν συνεχεία, αρκετά χρόνια μετά τη θανάτωσή τους, ενσωματώθηκαν στη μορφή του Ιησού όπως μας τη δίνουν τα βιβλία της Καινής Διαθήκης.

Εξ ίσου ανύπαρκτος ιστορικά είναι ο Απόστολος Παύλος. Διότι αν για τον Ιησού Χρηστό υπάρχουν δύο έστω και αμφισβητούμενες περικοπές του Ιωσήπου, για τον Παύλο δεν υπάρχει απολύτως τίποτε, εκτός από τις Επιστολές που του αποδίδονται και των όσων αναφέρονται γι' αυτόν στις Πράξεις. Κανείς σύγχρονός του συγγραφέας, Εθνικός ή Ιουδαίος δεν τον αναφέρει, αλλά και οι χριστιανοί συγγραφείς που τον μνημονεύουν έχουν γράψει πολύ αργότερα. 'Ετσι αρκετοί μελετητές αρνούνται ότι υπήρξε ποτέ ο Παύλος ενώ άλλοι τον ταυτίζουν με τον Σίμωνα τον Μάγο ή με τον ηρωδιανό αριστοκράτη Σαύλο, τον αδελφό του Κωστόβαρου.

Στο βιβλίο αυτό αποδέχομαι την ιστορικότητα του Παύλου, με όσα κενά παρουσιάζει η βιογραφία του και υποστηρίζω ότι ο πραγματικός διαμορφωτής της χριστιανικής θρησκείας, όπως την ξέρουμε, υπήρξε ο Απόστολος των Εθνών.

Φυσικά δε φιλοδόξησα να γράψω ένα ακόμη «ευαγγέλιο». Μακριά από μένα παρόμοιες υπερφίαλες επιδιώξεις, μολονότι τελευταία σχετικές προσπάθειες είναι πολύ του συρμού. Τα τελευταία είκοσι, τουλάχιστον, χρόνια παρατηρείται σε παγκόσμια κλίμακα αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τους χρόνους της Ύστερης Αρχαιότητας και την εμφάνιση του Χριστιανισμού και αυτό κατά τη γνώμη μου οφείλεται σε δύο λόγους: Αφ' ενός μεν στο γεγονός ότι η εποχή μας παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες και αναλογίες με την εποχή εκείνη (και τότε και τώρα: τα μικρότερα κράτη ενσωματωνόταν σε μεγαλύτερες οικονομικο-πολιτικές ενότητες, οι πλούσιοι γίνονταν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι, έμπαιναν οι σπόροι για την αλλαγή στον τρόπο παραγωγής, υπήρχε γενικευμένη κρίση της κοινωνίας και καθολικό αίσθημα άγχους και ανασφάλειας), αφ' ετέρου δε υπάρχει μια τάση ανανέωσης ή αναθεώρησης του Χριστιανισμού, ίσως ως αντίβαρο στο αντίπαλον δέος του ανερχόμενου Ισλάμ.

Θέλω πάντως να ξεκαθαρίσω, ότι το βιβλίο που μόλις διαβάσατε δεν έχει αξιώσεις ούτε θεολογικής ούτε ιστορικής πραγματείας, μολονότι σε μια ορισμένη φάση της πολύχρονης προϊστορίας του, είχα μπει στον πειρασμό να του δώσω τη μορφή μικρής μελέτης. Επειδή όμως κατ' επάγγελμα δεν είμαι ούτε ιστορικός ούτε θεολόγος, αλλά μόνο μηχανικός, μερικοί φίλοι μου υπέδειξαν ευσχήμως να μην επιχειρήσω παρόμοιο τόλμημα. Έτσι τελικά στο τελευταίο (όγδοο στη σειρά!) σχεδίασμα του έδωσα τη μορφή απλής, μυθιστορηματικής αφήγησης.

Μέσα από τα όσα αφηγήθηκα, υπό μορφήν ιστορικού μυθιστορήματος, προσπάθησα να απαντήσω σε ορισμένα ερωτήματα, όπως:

*Πόσο έγκυρες είναι οι πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Ιησού Χριστού, που μας δίνουν τα βιβλία της Καινής Διαθήκης και τα Απόκρυφα;

*Εάν θεωρηθούν ιστορικά βιβλία, πώς ερμηνεύονται οι αντιφάσεις, ασυμφωνίες και παραλείψεις που αφθονούν στα βιβλία αυτά;

*Υπήρξε το ιστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο διαδραματίστηκαν όσα αναφέρονται στα Ευαγγέλια, μια ειρηνική εποχή και ένα ειδυλλιακό τοπίο, (όπως αφήνουν να εννοηθεί) ή αντιθέτως πρόκειται για μια εποχή εξαιρετικά ταραγμένη και βίαιη και για μια χώρα διαιρεμένη και ασταθή;

*Ποιά είναι η σχέση ανάμεσα στο Χριστιανισμό, ως θρησκεία και στη ζωή, τη δράση, τις ιδέες και το περιεχόμενο της διδασκαλίας των ηρώων της ιστορίας που αφηγήθηκα;

*Γιατί, εφ' όσον τα πρόσωπα αυτά ήταν Ισραηλίτες και ως το τέλος της ζωής τους έδρασαν και κινήθηκαν μέσα στα όρια της Παλαιστίνης, (οι τρεις δε από αυτούς μόνο στην ύπαιθρο της Παλαιστίνης αποφεύγοντας χαρακτηριστικά να μπαίνουν σε άλλες πόλεις εκτός από τα Ιεροσόλυμα), απευθύνονταν δηλαδή σε ακροατήριο που μιλούσε και κατανοούσε μόνο την αραμαϊκή γλώσσα, δεν αναφέρονται ούτε διασώθηκαν κείμενα δικά τους ή των άμεσων συνεργατών, οπαδών και μαθητών τους, γραμμένα στην αραμαϊκή; Υπήρξαν κατ' αρχήν τέτοια κείμενα;

*Πώς μία, αγροτική κατά βάσιν, ιουδαϊκή αίρεση, μεταμορφώθηκε σε μιαν οικουμενική θρησκεία των πόλεων του ελληνορωμαϊκού κόσμου;

*Είναι στην πραγματικότητα ο Παύλος ο ουσιαστικός ιδρυτής του χριστιανισμού που γνωρίζουμε, δοθέντος ότι για το περιεχόμενο της διδασκαλίας του Ιησού του Ναζωραίου μόνο εικασίες μπορούμε να διατυπώσουμε;

*Υπήρξε ο πρώιμος Χριστιανισμός (του Παύλου) η θρησκεία των ταπεινών και καταφρονεμένων ή αντιθέτως ήταν, από τη γέννησή του, θρησκεία των ευπορότερων στρωμάτων του ελληνορωμαϊκού κόσμου, την υποστήριξη και την αποδοχή των οποίων είχε από την αρχή;

Θα ήμουν πραγματικά ευτυχής αν ο αναγνώστης συμφωνήσει ότι απάντησα στα ερωτήματα αυτά, ανεξαρτήτως όμως της επιτυχίας ή μη της απόπειρας, σημασία δεν έχει το αν με αυτήν απαντήθηκαν σωστά τα τεθέντα ερωτήματα, όσο το ότι τέθηκαν τα ερωτήματα αυτά.

Βεβαιώνω πάντως τους αναγνώστες μου ότι κάθε παράγραφος, αν όχι κάθε γραμμή, των όσων γράφω στηρίζεται σε συγκεκριμένες πηγές, που δίνονται με παραπομπές και σχόλια που, μαζί με ορισμένες σύντομες επεξηγήσεις (αναγωγή των χρονολογήσεων στην κοινή χρονολογία μας, ετυμολογία ονομάτων κλπ), καταχωρίζονται κατά κεφάλαιο στο Παράρτημα, στο τέλος του βιβλίου.

Όλα τα επιχειρήματα, με τα οποία τεκμηριώνω τις απόψεις που εκτίθενται στο βιβλίο, τα άντλησα από τις πηγές. Δηλαδή από όλα τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, από ορισμένα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, από μερικά Απόκρυφα και από κείμενα των πρώτων Πατέρων της Εκκλησίας. Χρησιμοποίησα επίσης ως πηγές, τα τέσσερα βιβλία του Ιωσήπου, δύο βιβλία του Φίλωνα, το βιβλίο του Σουητώνιου (σε ελληνική μετάφραση), δύο βιβλία του Τάκιτου (αυτά τα τελευταία σε αγγλική μετάφραση) και το ανασυγκροτημένο βιβλίο του Κέλσου. Βασίστηκα στην εγκεκριμένη από την Ι.Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος Βίβλο (Παλαιά και Καινή Διαθήκη), έκδοση αδελφότητος θεολόγων η Ζωή, του 1969. Τα Απόκρυφα, τα Πατερικά Κείμενα, τα έργα του Ιωσήπου και του Φίλωνα, στα οποία αναφέρομαι, τα βρήκα σε CD ROM στην ηλεκτρονική έκδοση Thesaurus Linguae Graecae. Το έργο του Σουητώνιου Βίος των δώδεκα Καισάρων στην έκδοση ΜΙΕΤ, τα Χρονικά και τις Ιστορίες του Τάκιτου στις εκδόσεις της Loeb Classical Library (Harvard University Press) και τον Αληθή Λόγο του Κέλσου στις εκδόσεις «Θύραθεν Επιλογή».

Είμαι κατ' αρχήν πεπεισμένος ότι τις πηγές που μεταχειριζόμαστε για να πάρουμε τις πληροφορίες που ζητάμε, πρέπει να τις χρησιμοποιούμε με επιστημονικό τρόπο, πράγμα που σημαίνει:

- ότι τις μελετούμε με απροκατάληπτα κριτικό πνεύμα και νηφάλια διάθεση, χωρίς έτοιμη και εκ προοιμίου διαμορφωμένη άποψη.

- ότι μελετούμε τις πηγές από τα πρωτότυπα κείμενα και διαβάζουμε τη γλώσσα τους σωστά. Είχα την τύχη να έχω στο Γυμνάσιο λαμπρούς ελληνιστές κι αυτό μου επιτρέπει να διαβάζω με άνεση τα κείμενα στο πρωτότυπο. Διαπίστωσα πάντως ότι χρειάζεται μεγάλη προσοχή στην ορθή κατανόηση της ιδιότυπης ελληνικής των Εβδομήκοντα, της κλασσικής φιλολογικής κοινής, που χρησιμοποιούν ο Ιώσηπος, ο Φίλων, το τέταρτο Ευαγγέλιο και οι πρώτοι Πατέρες της Εκκλησίας, της σχετικά άτεχνης λαϊκής γλώσσας των συνοπτικών Ευαγγελίων, των Πράξεων και των Επιστολών και της ιδιόμορφης και μοναδικής γλώσσας της Αποκάλυψης.

Η μικρή μου πείρα με έχει πείσει ότι πρέπει να δυσπιστούμε στις μεταφράσεις. Κατά κανόνα κρύβουν παγίδες είτε άθελες (οφειλόμενες εν πολλοίς στην παρερμηνεία λέξεων και εκφράσεων) είτε ηθελημένες.

- ότι μπορούμε να τις κατατάξουμε κατά χρονολογική σειρά και να τις μελετήσουμε με επίγνωση της σειράς με την οποία έχουν γραφεί. Αν π.χ. γνωρίζεις ότι το Περί του ιουδαϊκού πολέμου είναι παλαιότερο από την Ιουδαϊκή Αρχαιολογία ή ότι οι Πράξεις και ορισμένες Επιστολές του Παύλου έχουν γραφεί πριν από τα Ευαγγέλια, κατανοείς ευκολότερα πολλά σημεία που αρχικά φαίνονται σκοτεινά.

- ότι είμαστε σε θέση να διακρίνουμε σ' αυτές τα πρωτογενή από τα εμβόλιμα και δάνεια στοιχεία και μπορούμε να εικάσουμε, έστω και με επιφυλάξεις, ότι πολλά κείμενα ορισμένων πηγών, προέρχονται από συρραφή ή συμπίλημα δύο ή περισσότερων προγενέστερων κειμένων

Παράλληλα με τις πηγές, διάβασα και αρκετές δεκάδες βιβλία που πραγματεύονται τη ζωή του Ιησού Χριστού, αρχής γενομένης από τον λογοτεχνικότατο «Βίο του Ιησού» του Ερνέστ Ρενάν και πολλά άλλα, που είδαν το φως της δημοσιότητας στα τελευταία τριάντα περίπου χρόνια. Τα βιβλία αυτά αναφέρονται στον Ιησού Χριστό, είτε για να αρνηθούν την ύπαρξή του, είτε για να τον παρουσιάσουν όπως θα τον ήθελαν οι συγγραφείς τους: αδιάλλακτο κοινωνικό επαναστάτη, αγαθό και πράο νομοδιδάσκαλο, αγέρωχο πρίγκηπα του οίκου του Δαυίδ και αδίστακτο διεκδικητή της προγονικής κληρονομιάς, αναχωρητή από το Κασμίρ ή το Θιβέτ, ακόμη και... εξωγήινο αστροναύτη. Προσπάθησα, στο μέτρο του δυνατού, να μην επηρεαστώ από τα βιβλία αυτά.

Αντίθετα μελέτησα με μεγάλη προσοχή, όση τουλάχιστον έδωσα και στη μελέτη των πηγών, ορισμένα επιστημονικά συγγράμματα, όπως: η «Ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης» και «Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη» του καθηγητή κ. Σάββα Αγουρίδη, η «Επίκρισις» και η «Αποκάλυψη του Ιωάννη και οι επτά Εκκλησίες της Ασίας», του καθηγητή κ. Δημ. Κυρτάτα, η «Ελληνιστική Ιουδαϊκή παράδοση», του σεβασμιώτατου κ. Μεθοδίου Φούγια, το «The class struggle in the ancient greek world» του G.E.M. de Ste Croix, το «Pagans and Christians in the time of anxiety» του E.R. Dodds και το «Τhe historical figure of Jesus» του E.P. Sanders, τα οποία θεωρώ πολύτιμα βοηθήματα για όποιον επιθυμεί να εμβαθύνει στην ιστορία και το πνεύμα εκείνης της εποχής και τα οποία με βοήθησαν πολύ, στη διευκρίνιση πολλών σκοτεινών σημείων.

Τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξα ενδεχομένως να θεωρηθούν από πολλούς υπέρ το δέον τολμηρά ή και σκανδαλώδη ακόμα. Θέλω να βεβαιώσω τους αναγνώστες μου ότι δεν ξεκίνησα με την πρόθεση να σκανδαλίσω, να ξενίσω ή να προσβάλω κανέναν. Εχοντας διαβάσει πολλές φορές και με αληθινή αγάπη τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, ξενίστηκα πρώτος εγώ με τις αντιφάσεις, τις ασυμφωνίες ή τα κενά που συνάντησα σ΄αυτά. Κατά την άποψή μου οι ασυμφωνίες και αντιφάσεις αυτές αίρονται μόνο με την παραδοχή ότι οι πηγές αναφέρονται σε περισσότερα του ενός πρόσωπα, άσχετα μεταξύ τους, τα οποία όμως έζησαν και έδρασαν την ίδια περίπου εποχή και στην ίδια χώρα, είχαν και το ίδιο μαρτυρικό τέλος και τα οποία με την πάροδο του χρόνου συγχωνεύτηκαν στον Ιησού Χριστό που γνωρίζουμε.

Στην πραγματικότητα δεν έκανα τίποτα περισσότερο από ότι έκαναν ο Ερνέστ Ρενάν ή ο Ανρύ Μπαρμπύς ή ο Τζοβάνι Παπίνι ή ο Ζεράρ Μεσσαντιέ ή ο Ζοζέ Σαραμαγκού ή ο Νόρμαν Μαίηλερ μόνο που εκείνοι απομόνωσαν από τις πηγές τα στοιχεία εκείνα που τους ταίριαζαν για να αναπλάσουν την προσωπικότητα που παρουσίασαν, αγνοώντας όσα δίναν μιαν άλλην εικόνα, ενώ εγώ από όλα τα στοιχεία που είχα στη διάθεσή μου έπλασα τρεις διαφορετικές πρσωπικότητες. Θα μπορούσα επίσης, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά πηγές της Παλαιάς (και όχι της Καινής) Διαθήκης, να δημιουργήσω έναν ακόμη, προχριστιανικόν, Ιησού, ο οποίος μάλιστα από μιαν άποψη, σε πολλά σημεία θα έμοιαζε περισσότερο από τους άλλους τρεις με τον Ιησού Χριστό που ξέρουμε.

Οι αναγνώστες μου θα κρίνουν αν κατόρθωσα να γίνω πειστικός στην απόπειρά μου να αποδείξω ότι δεν υπήρξε ένας Ιησούς Χριστός αλλά τρία πρόσωπα που με την πάροδο του χρόνου συγχωνεύτηκαν στη μορφή του. Εν πάσει περιπτώσει θα θεωρούσα θετικό αν τους έπεισα να αντιμετωπίζουν εφεξής τα βιβλία της Καινής Διαθήκης ως σεβαστά και γοητευτικά κατηχητικά κείμενα και όχι ως αμφιλεγόμενες ιστορικές πραγματείες.

Το βιβλίο μου σταματά στα τέλη του πρώτου αιώνα, όταν ο Χριστιανισμός ήταν σε μεγάλο βαθμό αδιαμόρφωτος. Η διαμόρφωση, η εξέλιξη και η επικράτησή του στο μεσογειακό και ευρωπαϊκό χώρο, είναι μια άλλη πολύ ενδιαφέρουσα και μεγάλη ιστορία και ίσως να αποτελέσει το αντικείμενου άλλου βιβλίου, εφ' όσον η φορά των πραγμάτων, (που οι ολιγόπιστοι ονομάζουν Τύχη και οι θεοσεβείς Θεία Πρόνοια), το επιτρέψει.




This page has been visited times.