Τρεις "σύγχρονες" αρχαίες φράσεις
Πολλές παροιμιακές και ιδιωματικές φράσεις που χρησιμοποιούμε στον σημερινό προφορικό και γραπτό μας λόγο προέρχονται από τα αρχαία ή έστω τα παλαιότερα ελληνικά. Θα αναφέρουμε εδώ τρεις φράσεις που μοιάζουν εξαιρετικά σύγχρονες, κι όμως έχουν την απαρχή τους ή το αντίστοιχό τους στην αρχαία γραμματεία.

Για κάποιον που έχει στάση υπερβολικά ευθυτενή, συχνά μάλιστα και ύφος επηρμένο, λέμε ότι στέκεται "σαν να έχει καταπιεί στέκα". Η έκφραση είναι σύγχρονη, αλλά ακριβώς αντίστοιχη εικόνα βρίσκουμε στον Επίκτητο, ο οποίος απευθυνόμενος σε κάποιον που θέλει να τον θαυμάζουν, του λέει: "τι ουν ημίν οβελίσκον καταπιών περιπατείς;" Οβελίσκος εδώ είναι η μικρή σούβλα (υποκοριστικό του οβελός) και δυστυχώς στη νεοελληνική μετάφραση που έχω υπόψη μου ο μεταφραστής θεωρεί καλό να διατηρήσει τη λέξη, αλλά βέβαια στα νέα ελληνικά ο οβελίσκος δεν είναι ούτε στέκα του μπιλιάρδου, ούτε μικρή σούβλα, αλλά κάτι πολύ ογκωδέστερο που πολύ δύσκολα καταπίνεται, έστω και μεταφορικά.

Για κάποιον που με πλάγια μέσα πετυχαίνει κάτι, κυρίως δε να προσληφθεί κάπου ή να προσποριστεί κάποιο ευεργέτημα που δεν δικαιούται, λέμε ότι "μπήκε από το παράθυρο". Η φράση φαίνεται γέννημα-θρέμμα της νεοελληνικής πραγματικότητας, όμως η πρώτη μορφή της απαντά σχεδόν δυο χιλιάδες χρόνια νωρίτερα, στον Πλούταρχο. 'Ενα από τα έργα του είναι τα Συμποσιακά, στα οποία εξετάζονται διάφορα "προβλήματα" που αφορούν τα συμπόσια ή που συνηθιζόταν να συζητιούνται στα συμπόσια· θελτικές κουβέντες του κρασιού, περίτεχνα δουλεμένες. Σε μια τέτοια κουβέντα, θέμα της συζήτησης είναι αν πρέπει ο οικοδεσπότης να τοποθετεί τους προσκαλεσμένους του σε συγκεκριμένες θέσεις ή μήπως είναι καλύτερο να τους αφήνει να διαλέγουν οι ίδιοι τις θέσεις τους. Εκεί, ο Πλούταρχος, αποκρούοντας τη δεύτερη αυτή άποψη, λέει: "δέδια μη δοκώμεν τη αυλείω τον τύφον αποκλείοντες εισάγειν τη παραθύρω μετά πολλής αδιαφορίας", δηλαδή "φοβάμαι μήπως, από την πολλή φροντίδα να αποφύγουμε τις διακρίσεις, φαίνεται μεν ότι διώχνουμε τη ματαιοδοξία από την πόρτα αλλά στην πραγματικότητα την βάζουμε μέσα από το παράθυρο". Χρήση πολύ όμοια με τη σημερινή.

Η τρίτη φράση που θα εξετάσω είναι εκείνη που μιλάει "για την αγελάδα που κλωτσάει την καρδάρα με το γάλα και τη χύνει". Η φράση αυτή χρησιμοποιείται αρκετά συχνά στις εφημερίδες· θυμάμαι μάλιστα συνέντευξη πολιτικού, ο οποίος, όταν του επισήμαναν ότι η συμπεριφορά του μοιάζει με της αγελάδας που χύνει την καρδάρα με το γάλα, δηλαδή ότι με μια του ενέργεια χαλάει όσα έχει κερδίσει από μακρόχρονες προσπάθειες, απάντησε ευφυώς ότι "βεβαίως το βλέπετε από τη σκοπιά του αγελαδοτρόφου· για την αγελάδα δεν είναι κακό να χύνει το γάλα." Ομολογώ ότι εντύπωσή μου ήταν ότι η φράση είναι πρόσφατο δάνειο από άλλη γλώσσα. Διαβάζοντας όμως τον Λιβάνιο, τον τελευταίο ίσως μαχόμενο εθνικό συγγραφέα της ύστερης αρχαιότητας, βρήκα μια επιστολή του στην οποία προτρέπει κάποιον να μη μιμηθεί την αγελάδα της παροιμίας και να μην χύσει με μια κλωτσιά όσο γάλα μαζεύτηκε: "μη την εν τη παροιμία μιμείσθαι βουν μηδ' ο ημέλχθη γάλα λακτίσαντα εκχέαι" Βλέπουμε ότι η φράση ήταν ήδη παροιμιώδης από την εποχή του Λιβανίου, αν και, από μια πρόχειρη έρευνα, οι αρχαίοι παροιμιογράφοι φαίνεται να μιλάνε όχι για αγελάδα, παρά για την "αίγα από τη Σκύρο" (τη Σκυρία αίγα): αι γαρ κατά Σκύρον αίγες πολύ γάλα αφιείσαι, είτα ανατρέπουσιν το αγγείον.

© 2000 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu
Επιστροφή στα φρασεολογικά