Λευτέρης Πούλιος

            Αθήνα

 

Τσιμέντο και σίδερο στον πνιγμένο αέρα

πανάρχαια γόησσα Αθήνα

γυαλίζει τ’ άσπρο σου στήθος απόψε

άσε με να σου το σφίξω μέχρι να πονέσεις

χύνοντας κόκκινο γάλα

καθώς θ’ ακούς το τραγούδι της συνουσίας

παράμερα στα δεντράκια δύο μαθητών

του γυμνασίου και το ρυθμό της καρδιάς μου

σ’ αυτό το βράδυ των μεθυσμένων συντριβανιών

του αμύγδαλου-κόσμου

……………………………………………………………………..

Ακου το ουρλιαχτό του περιπολικού και κοίτα

Αυτούς που οτυς βάζουν στο αυτοκίνητο και

Βιαστικά τους οδηγούν στο τμήμα .

Με προβολείς στο μάτι τους  ρίχνουν κάτω

Τους ψάχνουν κι η μέση τους σπάει στο τραπέζι

Και τους αφήνουν με το στόμα πεταμένο

Στον ουρανό πάνω σ’ ένα κολοσιαίο

Κλάξον αυτοκινήτου πάνω στο δάπεδο του γραφείου

Τα παιδιά με τα γυαλιστερά εξαρτήματα

Ειδικευμένα στον τρόμο και τα μεγαλοπρεπή

Σειρήτια στα μάτια τους.

                                    Κι αυτοί που

Έχουν δολοφονηθεί αδιαμαρτύρητα ή πετάχτηκαν

Απ’ την ταράτσα του κτιρίου μετά το πέρας

Των ανακρίσεων όπως γίνεται στο σινεμά

Κι αυτοί που αφανίστηκαν μες στη θάλασσα

Θέλοντας να το σκάσουν και οι καιροί

Αποθρασύνοντας τον ισχυρό

Σ’ αυτό τον κόσμο τον παράφρονα της φυλακής.

 

Κι αυτοί που πολτοποιήθηκαν απ’ τα τανκς

Μέσα στο Πολυτεχνείο ή έσκασαν απ’ τα

καπνογόνα κι αυτοί που σταυρώθηκαν

Στα διασταυρούμενα πυρά

Φωνάζοντας μέχρι τον άλλο κόσμο

«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»

 

 

 

Από τη συλλογή Γυμνός ομιλητής (Αθ. 1977).

 

 

Το βρήκα στο Διαδίκτυο και το διασταύρωσα με την ανθολογία του Ηλία Γκρη «Το μελάνι φωνάζει – Η 17η Νοεμβρίου 1973 στη λογοτεχνία» των εκδόσεων Μεταίχμιο.

 

 Επιστροφή στα ποιήματα και πεζά για τη 17 Νοέμβρη και το Πολυτεχνείο