Αυτό το κείμενο το έδωσα στον αγαπητό ιστολόγο Αλλού Φαν Μαρξ πέρσι τέτοιον καιρό, δηλαδή μέσα Νοεμβρίου 2007. Εκείνος σουλούπωσε την παρουσίαση και ανέβασε το σημείωμα (σε δυο συνέχειες) στη σελίδα του. Καθώς πλησιάζει χρόνος από τότε, ανεβάζω ξανά το κείμενο στις δικές μου πια σελίδες, και πάλι σε δύο συνέχειες.

 

Οι ηχογραφήσεις «α καπέλα» έγιναν από τον πατέρα μου, τον Δημήτρη Σαραντάκο, εντελώς ερασιτεχνικά. Μπορείτε να τις βρείτε όλες μαζί συγκεντρωμένες εδώ,  αλλά και μία-μία χωριστά μέσα στο κείμενο.

 

Διευκρινίζω πως αφηγητής είναι ο πατέρας μου, Δημήτρης Σαραντάκος, που γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1929 και έχει τις δικές του σελίδες, όπου μπορείτε να βρείτε κείμενα και βιβλία του, εδώ. Ο πατέρας του ο Νίκος (1903-1977), ο παππούς μου δηλαδή, γνωστός και με το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης, έγραψε μερικούς από τους σατιρικούς στίχους που θα διαβάσετε.

 

Ν.Σ. Νοεμβρης 2008

 

Ο Δημήτρης Σαραντάκος θυμάται και τραγουδάει – Μέρος 1

“Το σατιρικό τραγούδι της Μυτιλήνης στα χρόνια της Κατοχής”

Στους Μυτιληνιούς ανέκαθεν άρεσαν τα αστεία, τα σκώμματα και το γέλιο. Στις αρχές του 20ου αιώνα λειτουργούσε σύλλογος με τον τίτλο «Φιλόγελως», η δε «ορδή των βασιβουζούκων», παρά την μεταγενέστερη μυθοποίηση ήταν στην πραγματικότητα μια παρέα πλακατζήδων. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι επί σειρά ετών κυκλοφορούσε με επιτυχία ο «Τρίβολος», τοπικό σατιρικό περιοδικό του Στρατή Παπανικόλα.

Ο πατέρας μου ο Νίκος προσαρμόστηκε γρήγορα στο γενικότερο ευτράπελο και ιλαρό πνεύμα, από τον καιρό που έγραφε χρονογραφήματα στον «Δημοκράτη», κυρίως όμως από τότε που άρχισε να γράφει στον «Τρίβολο» και παράλληλα στην αθηναϊκή «Παπαρούνα» του Πολ Νορ.
Τα γράφω αυτά στο βιβλίο «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης», γι’ αυτό δεν τα επαναλαμβάνω. (Σατιρικά ποιήματα του Άχθου Αρούρη από τον Τρίβολο υπάρχουν εδώ, ενώ τα ποιήματα στην Παπαρούνα είναι συγκεντρωμένα εδώ).
tribolos.gif

Η επίθεση των Ιταλών αναζωπύρωσε τη σατιρική διάθεση. Στον «Τρίβολο» δημοσιεύθηκε η παράφραση που έκανε ο πατέρας μου στο γνωστό τραγούδι «Με λεν μπεκρή»:

Με λεν Μπενί-
κι έχω φωνή
που όλη δονεί τη σφαίρα
και της Ευρώ-
μα το σταυρό
της πήρα τον αέρα.
Μεγάλες νι-
στην Αλβανί-
κι αν έπαθε ο στρατός μου,
δεν του κακιώ-
είναι μαγγιό-
κι ο πιο καλός του κόσμου.

Τους διχτάτορες κι αν πιάσουνε,
σένα δε θα σε κρεμάσουνε
Ντόρο κι αν κάνεις κι αν μας παρασταί-
τον λιονταρή και τον παλληκαρά,
είσ’ ο Μπενίτο
κι ούτε για ζήτω
δεν κάνεις τώρα φουκαρά.

Εδώ μπορείτε να ακούσετε τον Δημήτρη Σαραντάκο να τραγουδάει την παράφραση «Με λεν Μπενί».

Στην Κατοχή εξ άλλου, ο πατέρας μου είχε παραφράσει το γνωστό τότε ρωσικό τραγουδάκι της μόδας «Σόνια». Επειδή αμφιβάλλω αν το ξέρει κανείς σήμερα, το παραθέτω για να κρίνετε την παράφραση:

Ήταν μια της άνοιξης ημέρα,
λουλούδιζαν οι κάμποι οι ρεματιές,
λαλιές πουλιών γεμίζαν τον αγέρα
κι αρώματα σκορπίζαν οι βραγιές.

Σφιχτά στην αγκαλιά μου σε κρατούσα
και σου ψιθύριζα λόγια γλυκά,
αιώνια πως θα μ΄αγαπάς θαρρούσα
και πως θα σ΄ αγαπώ παντοτινά.

Σόνια, Σόνια, άνθρωποι είμαστε όλοι,
ζούμε μιαν εφήμερη ζωή,
ό,τι σήμερα το αισθάνεται η ψυχή μας,
αύριο δε θα μας συγκινεί.

Πέρασε γοργά το καλοκαίρι
και του χινοπώρου η σιγαλιά
μας βρήκε στης αγάπης μας τα μέρη
να κλαίμε τα όνειρά μας τα παλιά

Κουράστηκε πια ν΄ αγαπά η ψυχή μας
κι αλλάζαμε συχνά λόγια πικρά,
τα χάδια που ομορφαίναν τη ζωή μας
φαινόταν και στους δυο μας βαρετά.

Σόνια Σόνια, κάθε αγάπη σβήνει
μόλις ζήσει λίγονε καιρό,
στην καρδιά μας δε μπορεί να μείνει
τίποτα παντοτινό.

Και τώρα η παράφραση:

Εδώ μπορείτε να ακούσετε τον Δημήτρη Σαραντάκο να τραγουδάει την παράφραση της «Σόνιας».

Ήτανε του Ιούνη μια ημέρα,
που κίνησα γεμάτος σιγουριά
των Ρώσων για να πάρω τον αγέρα
το Λέμπενς Ράουμ ν’ απλώσω στον βορριά.

Σφιχτά και σταθερά τους πολεμούσα
έπαιρνα πόλεις καθημερινά
αιώνια πως θα τους νικώ θαρρούσα
και πως θα προχωρώ παντοτινά.

Σώνει σώνει, μου’ λεγαν οι φίλοι
μην παρατραβάμε το σκοινί
να φοβάσαι αυτόν τον Τσουγκασβίλι
μη μας στήνει καμιά μηχανή.

Σώνει, σώνει, μου φώναζε κλαίων
κι ο πιστός Μπενίτο από καρσί
κοίταξε τι έπαθε ο Μέγας Ναπολέων
μην τα πάθεις έτσι δα και συ

Πέρασε γοργά το καλοκαίρι
και του χινοπώρου η παγωνιά
μας βρήκε στα αφιλόξενα τα μέρη
να κλαίμε τα όνειρά μας τα παλιά

Κουράστηκε πια να νικά ο στρατός μου,
μαλώναν σα σκυλιά οι στρατηγοί
και τέλος μπήκα ο ίδιος, μοναχός μου,
να κάνω το κουμάντο στη φυγή

Χιόνια, χιόνια σκέπασαν τους λάκκους,
πλάκωσαν τις πόλεις τα χωριά
κι ο στρατός μου κυνηγιέται απ’ τους Κοζάκους
γέμισε νεκρούς κάθε μεριά

Μετά την Απελευθέρωση άρχισαν να ανεβαίνουνε πολλές επιθεωρήσεις, σε μία μάλιστα έπαιξα κι εγώ. Τότε πρωτακούστηκε μια παράφραση του αγαπητού στην Κατοχή τραγουδιού «Μπελ Αμί», σε νέους στίχους του Αργύρη Αραβανόπουλου (1923-1995). Οι στίχοι είναι στα μυτιληνιά, γι’ αυτό και πλάι έχω βάλει το κείμενο στην κοινή νεοελληνική.

Του ΙΑΜ, ου ΙΛΑΣ τς η γι ΙΠΟΝ                                          Το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ κι η ΕΠΟΝ
μας ανοίξαν τα μάτια λοιπόν                                                   μας ανοίξαν τα μάτια λοιπόν
τς ότ’ να κάνιτι ρε γκμπαρ,                                                      κι ό,τι να κάνετε βρε κουμπάροι
δε μας βάζιτι σαμάρ,                                                               δε μας βάζετι σαμάρι,
σ΄τς ικλουγές θα μας βρίτι «απών»                                         στις εκλογές θα μας βρείτε «απών»

Μα ξ΄πάσαν τα μλάρια                                                            Μα ξιπάσαν τα μουλάρια
Πιτάξαν απ’ τς κατίνις τα σαμάρια                                          Πετάξαν απ’ τις πλάτες τα σαμάρια

Τς η βασ’λές, του κλουτσάρκου του μλαρ                              Κι ο βασιλιάς, το κλοτσιάρικο το μουλάρι
έ ντου πήρι ακόμα χαμπάρ                                                      δεν το πήρε ακόμα χαμπάρι
τς έστλι τουν Παπαντριγιά                                                      κι έστειλε τον Παπαντρέου
τσι του Σκόμπυ, τ΄κουπριγιά                                                   και τον Σκόμπυ, την κοπριά
να μας βάλιν τσινούργιου σαμάρ                                            να μας βάλουν καινούργιο σαμάρι

Βρε Γιώργη, βασλέ μας                                                          Βρε Γιώργη, βασιλιά μας
Για ρίξι πρους την γην κουμμάτ’ του βλέμμα ς                      για ρίξε προς τη γη λιγάκι το βλέμμα σου

Του ΙΑΜ, ου ΙΛΑΣ τς η γι ΙΠΟΝ                                          Το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ κι η ΕΠΟΝ
δείχνειν στράτις τσινούργιουν σκουπών.                                δείξαν στράτες καινούργιων σκοπών
Μ΄ ένα νου τσι μια γκαρδιά                                                    Μ’ ένα νου και μια καρδιά
ας φουνάξουμι πιδιά:                                                               ας φωνάξουμε παιδιά
Ζήτουσαν του ΙΑΜ τς η γι ΙΠΟΝ.                                         Ζήτωσαν το ΕΑΜ κι η ΕΠΟΝ!

 

Εδώ μπορείτε να ακούσετε τον Δημήτρη Σαραντάκο να τραγουδάει την παράφραση του Μπελαμί.

 

Μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, η Μυτιλήνη μαζί με τη Σάμο ήταν τα μόνα νησιά του Αιγαίου τα οποία εξακολουθούσαν να βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Αυτό βέβαια δεν άρεσε στους Άγγλους, οι οποίοι τα Χριστούγεννα του 1944 προσπάθησαν να αποβιβάσουν στρατό στη Μυτιλήνη για να βοηθήσουν την ντόπια αντίδραση.


Αλλά αυτό θα το αφηγηθεί ο Δημήτρης Σαραντάκος στο δεύτερο μέρος.

 

 

Επιστροφή στις σελίδες Ιστορίας
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου