Φθινοπωρινό

του Γλαύκου Αλιθέρση (1897-1965)

 

Του Γ.Σ. Οικονομίδη

 

Ο γέρος ναυτικός, πούχε ξεχάσει

καιρούς και χρόνους κάθε σβελτοσύνη,

στο μώλ΄ ώρες γυρτός να ξαποστάσει,

 

Εκοίταζε με θλιβερή γαλήνη

τα πλοία τ΄ αραγμένα· είχε βραδιάσει.

Τώρα η μικρή φελούκα του είχε μείνει

 

Παρατημένη στο καραβοστάσι

κι αυτός σε καπηλειού γωνιά να πίνει.

Τα τελευταία χρόνια είχαν περάσει

 

Δυστυχισμένα· στη στερνήν ειρήνη

κάθε δικός του πήγε να ησυχάσει…

Φυσούσε τραμουντάνα κι αγριοσύνη,

 

Κάποιου χαμού προμήνυμα στην πλάση,

κ΄ έσταζεν αίμα κόκκινο η σελήνη,

και το έρεβος είχε όλ΄ αποσκεπάσει·

 

…Και μόνο ένα φανάρι σε μια πρύμη

πεντάρφανο, σαν όνειρο για εικόνα

που μια έρχεται μια σβύνει από τη μνήμη,

 

Θαμπόφεγγε στου ορίζοντα το βάθος,

κι απά στο μώλ΄ ο γέρος ξαπλωμένος

το κοίταζε το κοίταζε με πάθος,

 

Ακίνητος, βαρύς σαν πεθαμένος.-

 

Περιοδικό Νέα Ζωή, Τόμος 11, αρ. 3 (1923),  σ. 325.