Μετά καδμείαν νίκην

του Τιμολέοντος Αμπελά (1854-1929)

 

Μετά τον πρώτον έρωτα, γεννήσαντα πικρίαν,

εις νίκην απολήξαντα, δακρύουσαν, καδμείαν,

εν ω ησύχως έβαινον απογοητευμένος,

ως εξ εφόδου χθες δειλή μ΄ αφώπλισε παρθένος.

 

Είχε δειλίαν λαγωού το ασταθές της βήμαּ

την σιωπήν του χείλους της εφθόνει και το μνήμα

και αγνοώ τι άρρητον ελάλ΄ εις την καρδίαν

η κόρη μετά την πολλήν των συμφορών πικρίαν.

 

Ελάλουν μυστηριωδώς ως η μικρά κογχύλη

αγνώστων πόθων ψελλισμούς τα εύμορφά της χείλη.

Κ΄ εγώ ζητών αναψυχήν από της τρικυμίας

ως ίριδα την έβλεπον προάγγελον ευδίας.

 

— Πλην, κόρη, έφθασες αργά, μετά την τρικυμίαν.

Αν ψαύσης εις το στήθος μου θα εύρης μη καρδίαν,

αλλά ναυάγιον... παλμούς δεν σπαταλά αφθόνωςּ

ήδη την απεσκλήρυνεν ο έρως και ο χρόνος.

 

Ως σε ήτο ποτε αγνή κ΄ η πρώτη ερωμένηּ

ερυθριώσα μ΄ έβλεπε, δειλή συνεσταλμένη

και έρωτα ουράνιον υπέσχετο κ΄ επόθει

κ΄ αίφνης προ λέχους έσβυσαν συζύγου τόσοι πόθοι!

 

Τις οίδε, κόρη, και αυτά τα χείλη τα μικρά σου

τα νυν βωβώς προδίδοντα την αθωότητά σου

εις πόσους περί έρωτος ενόρκως θα λαλήσουν

και πόσους θα φιλήσωσιν ίνα τους απατήσουν!

 

Παίζε πλαγγώνας κάλλιον, μαθήτρια ακόμηּ

λυτή, ανεπιτήδευτος ας πίπτ΄ η νέα κόμη.

Είνε τερπνή η εποχή της νέας μαθητρίας

μη σπεύδης και της νέας σου προτρέχης ηλικίας.

 

Φοβού τα πρώτα παίγνια των ελαφρών ερώτων.

Πολλάκις το αστείευμα, το παίγνιον το πρώτον,

τα πρώτα, κόρη, βλέμματα, όσα γελώσα ρίπτεις,

ανοίγουν βάραθρον γλυκύ και πίπτεις, πίπτεις, πίπτεις.

 

Το έπη ταύτα πρόσθεσε εις τα μαθήματά σου,

και πλήρωσόν μοι δίδακτρον εν μόνον φίλημά σου.

Αλλ΄ όχι, κόρηּ εν αρκεί το χείλος να ανοίξη,

το εν θα γίνη εκατόν κ΄ ειξεύρεις πού θα λήξη;

 

Ποικίλη Στοά, Τόμος 5 (1885), σ. 505-506.