Γιάννης Αθ. Αντωνίου

Όστρεα

Εκδόσεις ERGO

 

Στους γονείς, στ’ αδέλφια μου,

στην πρώτη αγάπη.

 

 

           

 

 

            Φτωχή η στρωμνή του ποιητή

            και σφαιρική η θυμική του όραση

            τον ουράνιο θόλο να χωρά….

 

 

 

 

 

 

 

            Τον ήλιο που σου φύλαξα

            δεμένο στο μαντήλι

σου τον φυτεύω μες στα σωθικά

να κλαις και να σφαδάζεις

την άμωμη ευτυχία του

ως το επίγειο τέλος.

 

 

 

 

 

 

 

Στα δάχτυλα του ποιητή

όλες των ποταμών οι κοίτες

κεντούνε τα μυθεύματα των εκβολών τους

σε υπερουράνιες θάλασσες

γαλαξιακών αστρανθισμάτων.

 

 

 

 

 

 

 

Οι θείες οσμές

οι ζυμωμένες μέσα στους σπόρους

στη σιγή των χωμάτων…

 

Οι σπόροι

που κοιμούνται βαθιά

κι ονειρεύονται τη μέρα της φύτρας…

 

Το βουητό της θάλασσας

μες στο εφηβαίο κοχύλι της…

 

Το ποίημα τίκτει

Ανεμική μέθη.

 

 

 

 

 

 

 

            Από Α σε α…

 

Αρθρώσανε τα πρωθύστερα

του πνεύματος λόγου βαθύ

στου αστεριού τη ρίζα :

 

Λαθρός ο ρόγχος στ’ ακρογιάλια

του ονείρου

 

Σας λέω είδα πορτοκαλιές

φυτρωμένες στην άμμο

στην άμμο τη χρυσή φυτρώναν μαργαρίτες

φτεροκοπούσαν τα ψάρια

κι οι πασχαλίτσες

 

Σχιστήκαν οι ουρανοί

και μέσαθέ τους άνοιξε

Λευκόχρυση σφαίρα…

 

 

 

 

 

 

 

Μες στη γης που η λαλιά μου κλεισμένη

και στην όχθη της απαντοχής σταλαγμίτη θαμμένη

μετράει τα φευγαλέα οράματα

με υπόγειας λίμνης σκιρτήματα

 

Ή τον από ψυχής θεό αναμένει

ως αλλόφρονα ηλιοστιβή βοσκό χωρίς μιλιά

που το στρατί ξετιλύγει

μεσ’ απ’ τα βάτα και τα’ ανθισμένα πουρνάρια

για τη θάλασσα

 

Ή τίποτε παρεχτός

τον ηδονικό φλοίσβο των φθόγγων

και μυρίους τους αφρισμένους έρωτές τους

να φτεροκοπάνε στον νοητό τρούλλο

της Γλώσσας μου

με τα ιλαρόχρωμα παραθύρια του

και με τον Παντοκράτορα του

αχειροποιημένο

στων τριαντατριών αχτίδων τη σύσμιξη.

 

 

 

 

 

 

 

Ξεγελάς τη σπαρμένη σου φλόγα

σε χέρσο που τη θέλεις να βλαστήσει

( ποιός να σταθεί εκεί που πήγες

Και τη μόνασες; )

 

Τη μία τινάζεις στα γκρεμνά το φως

την άλλη ξεθηλυκώνεις      

            ως τον θρήνο το σκοτάδι

            κι έπειτα γαληνεύεις μες σ’ αλίφλυδου το λίκνισμα

            τυλιγμένος στη βροχή

            θερμής ανέμης νήματα

 

            ( Όμως άλλα η πνοή σου πόθησε –

το γέρμα πάνου στο λαιμό της

την ολονυκτία των γιασεμιών

στο λατρεμένο δέρμα)

 

 

 

 

 

 

 

            Ποιός λησμονημένος ήλιος

                                    λαμπάδιασε τους ουρανούς

            κι αστράψανε τα σμήνη των ερωδιών

και γεννηθήκαν τα παιδιά τους

                        μέσα στην αίγλη του;

 

Ποιά συζυγία αυτοπυρπολούμενων ανθών

άναψε μες στα σπλάχνα μου  

                                    το χρέος του Αιόλου;

 

            Και τώρα να είναι ο αιμάτινος απόηχος του ήλιου

            ή να ’ν’ το χθόνιο στήθος της

            γυμνό στα ράμφη των ερωδιών

            και στα τελώνια των ανέμων

            που πήρε από το στόμα μου τα βότσαλα

με τα κρύφια να σωπάσω τώρα ορίζει.

 

 

 

 

 

 

 

Πάνω από το νυχτερινό δέρμα της γης

ασπρίζει πνοή ασάλευτη

θερμός ατμός ή γάλα της άχνης

η γαστρικό υγρό

 

Θα μπορούσε νά’ ναι σα κοιλία μητρός

φωλιασμένη μες στις ζεστές παλάμες

του Θεού

           

            Αν το πλάσμα

                                    μία στιγμή στεκόταν

            κι αφουγκραζόταν

            τους μύριους παλμούς της ζωής

            παντού γύρω του

 

            ( Τότε λέω θ’ ανάσαινε η παράδεισος!)

 

 

 

 

 

 

 

            Πρώτα ήταν ο λόγος – τούτος

            γαλήνεψε το αρχέγονο άλγος

            κι άνοιξε το ρόδι τ’ουρανού

            σε μυριάδες σπέρματα φωτός

 

            Αμέτρητα πουλιά της προηγούμενης

            φυλής των αγγέλων –

            που δεν αρκέστηκαν…

 

 

 

 

 

 

 

            Οι κλώνοι της πάλλονται μες στην υδάτινη ατμόσφαιρα

            ο ουρανός ερμητικός

                                                Ιώδης

            Ωστόσο η μέρα θα σβηστεί κι απόψε

            καταμεσίς στις κλείδες της

            Το μάτι του αφαλού της θ’ ανθίσει κι απόψε

            και θα μυρίσει ξημέρωμα.

 

 

 

 

 

 

 

            Το φως

            κλεισμένο στην κοιλιά του ωκεανού

 

Μόνο οι λέξεις

                        οι λέξεις

τρεμάμενες πυγολαμπίδες

οι λέξεις

στη σιγαλιά του βάλτου

που με τρυπούνε

                        ηδονικά κεντριά

οι λέξεις

                        ιδανικά φθογγάρμενα

που μ’ αλαργεύουν

ολοένα μακριά

πάνω στη χαίτη του κυμάτου

κατά της χρυσαυγής το ρίζωμα

 

Ώσπου λευκό πανί να λυτρωθώ

μες σε γαλάζιου ονείρατος

την αειπάρθενη άψη!

 

 

 

 

 

 

 

Σα χτες το ψιχάλισμα

που αλάφρωσε τον ύπνο της νεφέλης

 

Σα χτες οι φρυκτωρίες των φιλιών

που κοινώνησαν οι εραστές της πλάσης

 

τα γερτά στο μπαλκόνι της λιογέρματα

τα πλεγμένα στη κληματαριά

όπου έφταναν ψίθυροι

οι προσευχές των ψαράδων

 

Και τα ζεστά της δάχτυλα

που ψαύανε τις νύχτες

τα αρχαϊκά χαμόγελα

μέσα στις ορτανσίες

 

 

 

 

 

 

 

Ας έρρευσε ο χρόνος

μέσαθέ σου    

            στο πισωγύρισμά του σ’ έλουσε

            μ’ ευφοριών τον αναρριχώμενο τάλανο

 

            Η ελευθερία λέω είναι πλάνο πράμα

            μα άξιος ο πλάνης που την κλάδευε

            να μοιάσει της αγάπης

 

 

 

 

 

 

 

            Βάδισα στο βουνό

                                    γεμάτο χνούδια

μέσα στο μάργαρο φως και

παν’ από τα κύματα

που άνοιγαν οι πνοές τους

ευρυκάλυκα λουλούδια αρμύρας!...

 

 

 

 

 

 

 

Τα πνιγμένα στην κουφόβραση

θερινά μεσημέρια

αν από τον ύπνο σου για λίγο δραπετεύσεις

θα δεις κάτω από τα’ αρμυρίκια

τις λαμπηδόνες

του ατμοσφαιρικού πλαγκτόν

 

 

 

 

 

 

 

Άνοιξη του Θεού μας σήμερα

και των περιστερών τα μάγουλα ερυθριούν.

 

Σ’ ευαγγελίζομαι στον άνθρωπο

σα να ’σουν αγαθό της οικουμένης

 

Σα να μπορούσε να οικήσει το στήθος σου

λωτοφάγος ο κόσμος. 

 

 

 

 

 

 

 

            Φορές φορές που το χέρι μου

ανοίγω πανί

σα να πλέει βαρκούλα στο μέτωπο σου

μια προσευχή:

 

Σαν εμπιστευτούμε

καταπού γέρνουν τα λιοτρόπια ξυπνώντας

Όλα να είναι αγάπη

 

 

 

 

 

 

 

Μέρα που οι σάλπιγγες των αμαρυλλίδων

ανοίγουν τον ήλιο

                        πρωτόφαντο άστρο

( μέρα που ορθός σε κατάστρωμα

οπού νέει τα λοίσθια)

 

Άλλοτε το κυλητό των νερών

σε ξεγελά με την αμεριμνησία του

πως το κακό ακόμη δεν έχει συντελεστεί

πως ένας εφιάλτης ήταν

και πως ξημέρωσε

 

Κι εσύ τα πιστεύεις

γιατί ο βιγλάτορας

έχει συνωμοτήσει με τη δεξιά σου

 

και νά που τώρα

            σου κλείνει το μάτι.

 

 

 

 

 

 

 

            α

            Η ησυχία

λέξη μέσα στους φλοίσβους γεννιέται

όπου οι χορδές της θα θροΐσουν

 

β

Μένει οι τεθλασμένες του οίστρου

να υαλουργήσουν

                                    ένα ακόμη κρυστάλλινο

δεμάτι

στου ήλιου τα’ αλώνι

κι έπειτα

 

γ

Στάλα ποια της βροχής

να μη σκορπίσει πάνω μας

τα ελέη της;

 

δ

Γράφε.

Τούτο της χαρμολύπης το πάλκο είναι.

Όταν τα βλέφαρα σφίξουν ανάμεσα το φως

τότε μόνο

 

ε

Θα κλείσει η αυλαία.

Μέχρι τότε θα φιλάω τα μάτια σου

ώσπου ν’ ανθίσουν

γαλάζιο τον κάλυκα!

 

 

 

 

 

 

 

α

            Νεκρό το σαρκίο της Αντινόης μα

γυμνό αειθαλές

διατηρημένο εσαεί

μέσα στη χόβολη

 

β

Το σώμα της τώρα ορθό

με τα πρώτα πρωινά κυπαρίσσια

λατρευτό που κόμποι

τα λόγια

στεγνή η γλώσσα

και λυμένα τα δάχτυλα˙

που ο νόστος το έλεος κραίνει

και το καντήλι

καμμένο –

 

γ

Σαν το παράφορο πλεούμενο της ζήσης

στο μαυσωλείο

                        του βυθού.

 

 

 

 

 

 

 

Γυναίκα

δείξε στις φλέβες μου

που να εκβάλουν

 

κι έπειτα κόλλησε τα χείλη σου

στα δικά μου

 

Αν είναι αλήθεια ότι η ψυχή

βγαίνει απ’ το στόμα

 

Θα με φέρεις ισόβια

μέσα σου.

 

 

 

 

 

 

 

Θεραπαίνις τ’ Άη Μάρτη

                                    λαμπηδόνα εσύ

ψηλά σκορπάεις την παραμυθία σου

καταπού σκάνε στον ορίζοντα

- βεντάλια των αιθέριων στιγμών μας -

τα ωδικά της αυγής,

με τον άνεμο ούριο

και την πλώρη λεπίδα

τους πρωινούς αιθέρες που χαράσσει

καθώς η νέα μέρα χαράζει

 

Μέσα στις πρώτες φλόγες

Των κροκανθών!

 

 

 

 

 

 

 

Το τσόφλι του ήλιου θρυμματί-

στηκε μέσα στα τρυφερά δάχτυλα

του κοριτσιού

 

Το είχε μαντέψει η ανήλικη

γραία μπρος στη μικρή της αδάμαστη

μήτρα ότι το γονίδιο θα επιζούσε

 

κι όταν ο οίστρος διαπέρασε

το υπογάστριο της σα κεντρί

σα να ανεμίστηκε την ερημιά

της κόρης

 

Εκείνης που θ’ απόμενε μονάχη

να ατενίζει τα ύστερα ρεύματα

του ουράνιου φέγγους

με τα μυτερά της δάχτυλα να

στάζουν τη λάβα του ήλιου

και στα πόδια της ν’ αχνίζουν

τα θραύσματα του αστρικού κελύφους

 

 

 

 

 

 

 

Στη σκιά της γραφίδας μου

σκούρο το χώμα μυρίζει βρεμμένο

 

Μια-μια με τη μύτη της

αποκολλώ τις ψηφίδες

            και σε συνθέτω

            από σπαράγματα φωτός

 

            Αγέρωχη σαν έφηβη λαμπάδα

 

            και σε φυτεύω μες στο χώμα.

 

 

 

 

 

 

 

            Βγήκε σε άγρα ανέμων

            με το μάτι υγρό

                                    σα ν’ αλάφρωσε μόλις

            και το θολό του το φως

                                    στου δακρύου το πρίσμα

 

            Λίγο-λίγο επιστρέφει σε

            σε προπαρελθόντα χρόνια

            όπου γυρνούσαν απ’ τις στέρνες

            οι κοπέλες με τις πήλινες τσανάκες 

            με το μάγουλο κόκκινο

και αστράγαλο άσπρο

 

και μπόρεσε ο φτωχός να φανταστεί

τα δάχτυλα τους μέσα στα ποδήματα

και τόλμησε να τις πειράξει

με τις σαϊτιές του

αχτίδες που τρυπώνουν οι θρασείες

μες στους ανθελαίους κόρφους

 

 

 

 

 

 

 

α

Λαγαρός των οφθαλμών της ο πόθος –

κι ας τραχεία η λέξη που ορθάνοιξε

τα ρόδα κάρβουνα

 

β

Αχ! Τρυφερά τα χεράκια σου

μεληδώνων έμπλεα

 

γ

Και χαίτη ρυτή

προς το μέλλον ρέουσα

 

δ

Μα θέληση μου δεν είναι

μπρος να διατρέξω τον χρόνο

μήτε και πίσω

 

ε

Μόνο μια ολονυχτία φαντάστηκα

μες στη λόχμη αφρισμένων μαλλιών

των μυρίπνοων

 

 

 

 

 

 

 

Είναι εδώ. Η μέδουσα είναι εδώ.

την κοιτώ που με κοιτά

με τους εβένινους οφθαλμούς της

δίχως κόρες

 

Τα γόνατα μου θα τρέμαν αλλά είναι

χτισμένα μέσα στην πέτρα

Τα δάκρυα μου θα τρέχαν

μα είναι απολιθωμένα στα μάγουλα μου

Τα λόγια μου θα κελάρυζαν

μα είναι κλεισμένα μέσα στην πέτρα

 

Με άδεια μάτια δίχως κόρες

με κοιτάζει

                        την κοιτώ

Τα φίδια της αργοσαλεύουν πάνω μου

θέλω να ελευθερωθώ

θέλω να κλάψω να κλάψω

 

Μα δεν μπορώ.

Είμαι χτισμένος μέσα στην πέτρα.

 

 

 

 

 

 

 

- Εσύ που νύχτα νύχτα νύχτα

με του αρχαγγέλου το φανάρι

μέσα στις ερημιές γεννάς

και πάντα στο καλάθι περισσεύεις

Πες μου: πώς θε να πορευτείς

και πώς να ζήσεις θέλεις

μέσα στο χλιαρό ημίφως;

 

- Άρτο θα κάμω την ωδίνη

τις  δυο παλάμες θημωνιές

για τα’ ουρανού τα πετεινά

που απόκαμε η φτερούγα

Θάλπος τα μάτια μάτια μου

για σένα που ρωτάς με

 

και  τη βοή τ’ ανθρώπου

κελάρυσμα θα κάμω

θολού γλυφού νερού

Στη ρεμματιά που θάλασσα

δε βρίσκει να φωλιάσει

 

 

 

 

 

 

 

                                    στη θεία…

Το κατώφλι διαβαίνω, κοντοστέκομαι,

βλέπω μπρούτζινο καντηλέρι, έπειτα

τη μορφή της μέσα στο μισοσκόταδο

και την ασημόλευκη κόμη της

            - ίσια κομμένη – ν’ ανε-

μίζει λίγο πάνω από το δάπεδο με

τα χειροποίητα πλακάκια

 

Τα λόγια της αιωρούνται στον βυθό

του σαλονιού και τρίζουν στη σιγή

του ψηλοτάβανου δωματίου τα σα-

ράκια μες στα παλιά έπιπλα από

ξύλο καρυδιάς και βαθυκόκκινο

βελούδο

 

Πλέκει μέσα στο νερό καθισμένη

σε τρίποδα ψάλλοντας τον Κανόνα.

Τα χέρια και τα μάτια της σπινθη-

ρίζουν. Πλάι της μέσα στις υδάτι-

νες μαρμαρυγές το καντηλέρι έχει

γίνει τρίλοβο κηροπήγιο και φέγ-

γει άκτιστο φως

( Έξω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα

οι κιτρολεμονιές αγαλλιάζουν τη μέρα…)

 

 

 

 

 

 

 

                                    Στον Δημήτρη

Θυσάνων τα ηλιόγερμα

κι ο βόμβος των εντόμων μεσημέρι

κι αχός μακριά της θάλασσας

παραμυθία του βράχου

 

και τα’ ουρανού τα ρεύματα

ριπίζουν μισοΰπνι

 

Η κόρη ψυχανάσταση

σαλεύγει το κορμί της

 

και τα σεντόνια θρύβονται

χίλια κομμάτια γίνουνται

 

και το χεράκι αιμάσσει

 

Μα η κόρη δεν ξυπνάει

μόνο χαμογελάει

 

κι εγώ το χαμογέλιο της

συνάζω μες στο τάσι

να σου το δίνω βάλσαμο

να λησμονάς τα πάθη

 

να γειάνω τη ψυχούλα σου

το Φως να ξημερώσει…

 

 

 

 

 

 

 

Φως!

Τόσο γαλάζιο φως

που πλέει γυμνός

                        τυφλός

                                    ανέλπιδος

μέσα στο άναιμο σώμα του

δίχως νου

                        χωρίς αύριο

Αγέραστο Παντοκράτωρ φως!

 

 

 

 

 

 

 

Γαλήνη –

της αυγής  ακύμαντο οροπέδιο

Κι ο ήλιος πορφύρας στιγμή

στου χρόνου τη χάρτα

 

Η αύρα τώρα περνά μεσ’ απ’ τη σάρκα

και την αλαφραίνει

 

Τα λόγια ανακαλλώ της χρησμο-

δότρας

τον στροβιλιζόμενο ψίθυρο

των δερβίσηδων:

« Ει το φέρον σε φέρει…»

 

Αυτά προς το παρόν

Ποιος ξέρει τίποτε πιο πολύ

απ’ το τίποτα -

 

Γαλήνη