VIII.

Από την ποιητική συλλογή «ΩΔEΣ ΣTON ΠPIΓKHΠA»

(1981), εκδ. Ύψιλον

 

Δ E Λ Φ I N I A

Τα φώτα της Kαστέλλας τρέμουν μέσα στα δάκρυά σου, Πρίγκηπα

Οι λόφοι πεθαίνουν πριν από μας, και τα έλη δε θα στεγνώσουν με σένα

Όλα είναι μοντέρνα και όψιμα προς τη Γλυφάδα, όλα κατάφωτα

Στην ψίχα της νύχτας, σχεδόν ανέλπιδα μπορείς να πεις

 

όμως τα δάκρυα τρέχουνε τώρα ασυγκράτητα

Η σκληράδα στο μοντέρνο γυαλί γίνεται όαση από ατμό και νεύρα

Aπό ανταύγειες μιας διάρκειας που υπάρχει μόνο για σε

Ανάμεσα σε μιαν αγάπη και σ’ ένα παγωμένο γιαπί

 

Θλιμμένος γυρίζω καθώς σουρουπώνει στο Mολύβο

Και στις ακρογιαλιές όπου έσυρες τα μαλλιά σου στις θερμασμένες  

     πισίνες και στα παλιά αρχοντικά

Και στα τερατουργήματα κάποιας απλοϊκής καρδιάς καθώς βλασταίνει στο

πιο αθώο, στο πιο φιλντισένιο φιλί

 

Γιατί η ανεύθυνη λέξη σου ούτε καν γράφτηκε, μα θα γραφτεί

Άρχοντα. Πέφτει η νύχτα στη θάλασσα κι όλα είναι λίγα.

H ελπίδα μου είσαι, ένα θρύψαλλο λύπης

 

 

 

 

T O  Π Λ A Σ M A

Ποια εξαίσια μουσική ξεχύνεται μες απ’ το σώμα σου

Kαι ποιο γαλήνιο τοπίο σε δέχεται μες στα νερά του

Μαδώντας ένα τριαντάφυλλο το χέρι πέρασε

Δοσμένο στην πιο μυστική ώρα, όταν γυμνώνεσαι ολότελα

Και πέφτεις σαν τον λαχταριστό καρπό στην υγρή χλόη

 

Τι ώρα είναι αυτή που όλη η ζωή σου αθροίζεται

Στον κανονικό χτύπο της καρδιάς, κάτω από το απλωμένο υφάδι

Ανάμεσα στα λυμένα μαλλιά και στον ασημένιο σταυρό του

Κοιμάσαι πάνω στα πεθαμένα φιλιά του, κομμένα στο μάρμαρο

Από το στόμα του προς τη ρευστή καθάρια μνήμη

 

Η ώρα η καλή που τα δάκρυα κυλούν πανικόβλητα

Μπερδεύονται αιχμάλωτα στην ουσία της μοίρας σου

Χαμένος στην υπόθεσή του, σχεδόν ανεμπόδιστος

Για οποιαδήποτε πίστη

 

 

T I Π O T A   Δ E   M O Y  A N H K E I

Καθώς πια τίποτα δε μου ανήκει μέσα στ’ ανάκτορα

Ούτε καν το χρυσάφι της οροφής και τα μάρμαρα

Και οι κονσόλες παγώσανε και τα μαλλιά σου σέρνονται πίσω από τα     

   σφιγμένα κρύσταλλα

Και οι πλαφονιέρες σταλάζουν την τέφρα του χειμωνιάτικου ήλιου

Καθώς οι λειμώνες δε βρίσκουνε πια την παλιά τους λαλιά

 

Bλέπω πως λάθεψα γυρίζοντας έξω από θέρετρα

Στο πυκνό δάσος των πολυκατοικιών δίπλα στη θάλασσα

Όπου βυθίζομαι για να σ’ αγγίξω μόλις,

Επειδή σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όλα τα κτίσματα

Και αν δε σε γνώριζα θα ’ταν όλα εφήμερα

Γιατί οι βιτρίνες είναι μια λάσπη, τα εργοστάσια μια θλίψη και η πόλη

Aφήνει να πέσουν οι κάλυκες της πλαστικής μου καρδιάς

Πάνω σε φύλλα και δάκρυα

 

Tίποτα δε μου ανήκει, καμιά παλινόρθωση

μάγουλά σου στο χιονισμένο αυχένα των βουνών

Καθώς η ματιά μου βυθίζεται στην άπειρη έκταση

Αφήνοντας πια τ’ αυτοκίνητα στα δικά τους τραγούδια

 

Γιατί η δίψα για το ατόφιο χρυσάφι είναι τα μάτια σου

Και η πέινα για καθαρό αλουμίνιο τα χέρια σου

Φιλιόμαστε σε σκοτεινές δισκοθήκες και σου εξηγώ

 

όταν χαράξει πώς τάχα να πάμε αντίθετα

Θα γυρίζουμε με ρούχα παλιά στα νεόκτιστα

Μια άσπρη κορνίζα, βιβλία και θέμαση στις γωνιές

 

 

Π P O Σ E Y X H

Πρίγκηπα, χρειάζομαι χρήματα, κι άλλα χρήματα

Σ’ έναν κόσμο που αλλάζει αδίστακτα χρειάζομαι χρήματα

Για να σε κερδίσω δε θα ’φταναν όλα τα τραγούδια της γης

Xρειάζομαι πολλά, πάρα πολλά μπορώ να σου πω

 

Aυτά τ’ ανθοκήπια, κι αυτές οι πισινές, κι αυτά τα υδρόβια

Μες στα δωμάτια που μας προσμένουν χρειάζονται χρήματα

Χρειάζομαι τόσα λεφτά για τσιμέντο και χάλυβα κι όλη τη θάλασσα

Χρειάζομαι φως από πικρό αμμοχάλικα, α, Πρίγκηπα

Κι είμαστε τόσο, μα τόσο φτωχοί

 

Χρειάζομαι χρήματα να γεννηθώ σαν κι εσένα απαράλλαχτος

Το ήρεμο γαλάζιο τοπίο στα μάτια σου χρειάζεται χρήματα

Τα μισάνοιχτα χείλη σου και το άσκεφτο ανάβλυσμα

Η ανώφελη άγνοια χρειάζεται χρήματα

παγιωθεί

 

Άρχοντα, δε νιώθω πια τίποτε για σένα

Το παιχνίδι μας δεν αλλάζει τα καθορισμένα βήματα

Xρειάζομαι χρήματα για να μεταμορφώσω ένα χερσότοπο

Σε πανδαιμόνιο μουσικής

 

 

 

 

VI.

Από την ενότητα «ΠOIHMATA THΣ TEΛEYTAIAΣ ANOIΞHΣ»

(1969-1971), στο βιβλίο Ο Δύσκολος Θάνατος, εκδ. Νεφέλη

 

Α Ν Α Ι Σ Θ Η Τ Ι Κ Η  Α Γ Ω Γ Η

Εκεί, ασάλευτοι μέσα στο φως της προκυμαίας

Μόνοι, κοιτώντας προς τη θάλασσα κτίρια γυμνά

Αμέτοχοι στο πλήθος που έρχεται βομβίζοντας

Αδιάφοροι στα ελπιδοφόρα σήματα, όχι αρεστοί

 

Αιφνίδια ανάρρωση, ήχοι ανεπαίσθητοι, διαφάνεια

 

Τ Ο  Π Ο Ι Η Μ Α

Η σπατάλη μιας άσκοπης μέρας στα υψώματα

Η περιπλάνηση χωρίς συντρόφους μέσα στα σύδεντρα

Ο κόλπος, ο ήλιος ανάμεσα, όλο αφροσύνη.

Τα χρόνια με σπρώχνουν αθέλητα πάνω στη θάλασσα

Βλέπω τον ουρανό ξεκάθαρο χωρίς προπετάσματα

Τις παιδουπόλεις απάτητες, χωρίς πεζοδρόμια τη γη

 

Τι  ελευθερία καθώς η φωνή μου ραντίζει

 

Κ Α Ρ Π Α Θ Ι Α  Ο Ρ Η

Τι γίνεται όταν με τα χρόνια σε νεκρώνουν όλοι

Των άλλων τα λακτίσματα, τάχα μια λάμψη μες στο νου

Κι ένας λυγμός στ’ άδεια δωμάτια σε αποπαίρνει

 

Χιόνι λεπτό, φαρμακεροί εναγκαλισμοί

Προς τις εξόδους των μεγάλων δρόμων έρπεις

Παγώνεις με την άνοιξη, το φως της σε ταλαιπωρεί

Κι η πόλη σού είναι ξένη

 

Με ρίζες, σκέψη και καρδιά παλιά

Ανήκοντας σ’ όλη τη γη, φτωχός κι αδέσποτος

Στα παγωμένα δάση του ουρανού πεθαίνεις

 

Π Ο Σ Ο  Σ’  Α Γ Α Π Η Σ Α  Υ Γ Ρ Η  Μ Ο Υ Σ Ι Κ Η

Πόσο σ’ αγάπησα, υγρή μουσική σ’ αίθουσες χορού ατημέλητες

Πίδακες χαμηλοί και μουσκεμένοι κήποι

Λιθόστρωτο με βομβητή νερού, υπόγειοι χείμαρροι

Θάλασσα γλιστερή μέσα στη βραδινή ομίχλη

Ποιητή σε αφίσα, φύλλα από βροχή

 

Πόσο σ’ αγάπησα σκόρπισμα μιας ζωής βαθύ, ατέλειωτο

 

 

 

VII.

Από την ενότητα «APΓO ΠETPEΛAIO»

(1972-1974), στο βιβλίο Ο Δύσκολος Θάνατος, εκδ. Νεφέλη

 

 

E I Σ A I  H  K I N H Σ H

Eίσαι η κίνηση

Το στάσιμο νερό της ρίζας μου μόλις συσπάται

                            Είσαι η διάφανη σκέψη μου, η εικόνα μου

Η ουσία της νύχτας, το δάκρυ του μεσημεριού

Είσαι ο Bαγγέλης

 

T A Ξ I Δ E Y O N T A Σ

Tαξιδεύοντας στη δροσερή νύχτα, εκεί που με καλούν

Οι πεθαμένοι ή όσοι άγνωστοι έρχονται από μακριά

Μέσ’ απ’ τις φωτισμένες πόλεις και τη θάλασσα

Κι όλο βυθίζομαι ελεύθερα στον εύρωστο κορμό του κόσμου

 

Aναπολώ λιγότερο τη σκόνη στις παλιές μου κάμαρες

Την παγωμένη ανταύγεια του απογεύματος στ’ άδεια δωμάτια

 

 

Σ T A  M A T I A  T O Y  Z Ω O Y

Στα μάτια του ζώου βλέπω καλύτερα την έκταση

Όπου σε αντάμωσα γυρνώντας μόνος και άρρωστος

Πίσω, στ’ αχνάρια της χαμένης σου ηλικίας

 

Kαι η πόλη δε σε λογαριάζει πια καθώς αρδεύεις

Τις βιομηχανικές ζώνες της δυτικής ακτής

Ψάχνοντας στα καφενεία λίγο οξυγόνο

Γι’ αυτή την ποίηση που αργοπεθαίνει μέσα μου

Πίσω, στα τραμ της χαμένης αφετηρίας