Η βάβω η Τασιά

 

 

Σαν ήρθαν άμετροι οι οχτροί

το πήραν τ’ όμορφο καστρί·

έσυραν σκλάβους νιους και νιες,

πήραν κι ασήμνια θημωνιές.

 

Κι οχτρός το Γιάννο αποθυμά,

μα εκειός στο σπίτι πολεμά·

γυρω τριγύρω έχουν ερτεί

μ’ αυτός αλάργα τούς κρατεί.

 

Κοντά του η βάβω του η Τασιά,

βάνει καινούργια φορεσιά·

κ’ η νια γυναίκα του, η Μαρώ,

κάνει στο κόνισμα σταυρό·

 

και τ’ άστρι η κόρη του, η Αυγή,

σκυμμένη κάνει προσευκή.

Σα φόρεσε τη φορεσιά

του είπε η βάβω του, η Τασιά:

 

«-- Άκου, παιδί μου εσύ, Γιαννιά,

μη μας ντροπιάσεις τη γενιά.

Έχεις γυναίκα που είναι νια

κ’ έχεις κοπέλλα παρανιά·

 

δώσε σε μας μια μαχαιριά

κι ύστερα βάλε μας φωτιά·

και μες στην πρώτη την αυγή

πετάξου εσύ μες στη σφαγή!

 

«--Μάνα μου, δος μου την ευκή!»

«-- Μ’ όλη μου, γιε μου, την ψυχή,

αρκούδι νάβγεις το ταχύ.»

 

Κατάστηθα τη μαχαιριά

εδέχθηκ’ ύστερα η γριγιά·

κι η νια γυναίκα του, η Μαρώ,

τον άσπρο έδωκε λαιμό

κάτ’ απ’ τα ολόξανθα μαλλιά

κοντά στις δυο σειρές φλωριά.

 

Και μες στα χέρια η Αυγή κρατεί

την ολοδάκρυτη μορφή

και στη θερμή την προσευχή

έφυγ’ η άσπρη της ψυχή.

 

Κι εκεί που σφάχτηκ’ η Τασιά

γίνηκε ύστερα εκκλησιά.

Κι εκεί που σφάχτηκ’ η Μαρώ

σταίνουν οι νιοι κι οι νιές χορό.

Κι εκεί που πλάγιασ’ η Αυγή

πλήθος τα κρίνα έχουν βγει.

 

(Περιοδικό Νουμάς, 1904)

 




Επιστροφή