Η κάσσα


Όγκος βαρύς κι ασήκωτος τ' αφέντη μας η κάσσα,
με ζηλεμένονε παρά σε στήθεια σιδερένια
κι ανοιγοκλεί με σφυριχτή -σα δουλευτής- ανάσα
κι ο αφέντης τής χαμογελά με σεβασμό κι ευγένεια.

 

Κι όταν σχολάσουμ’ όλοι εμείς και μείνει αυτός μονάχος
στην κάσσα δίπλα στέκεται και τηνε καμαρώνει.
Σίδερο η κάσσα, μα κι αυτός μπετόν, ατσάλι, βράχος
κι ανθρώπινο ό,τι τούμεινε μέσα της το κλειδώνει.

 

Κρύβει τ’ αργάτη τον ιδρό, τον κάματο τ’ αγρότη
κρύβει το δάκρυ τ’ ορφανού, το στεναγμό της χήρας
του ναύτη τον καρδιοσωμό, το γαίμα του στρατιώτη
και της γυναίκας την τιμή και την τιμή της λίρας.

(Ριζοσπάστης, 1924;)

 

Η πληροφορία για τη δημοσίευση είναι από το βιβλίο του πατέρα μου, δηλαδή προέρχεται από τον ίδιο τον ποιητή. Το ποίημα όμως δεν μπόρεσα να το βρω στα σώματα του Ριζοσπάστη του 1924. Φυσικά, μπορεί να μου ξέφυγε, ενώ επίσης μπορεί να ήταν λάθος η πληροφορία για τη χρονολογία.

 

Ωστόσο, υπάρχει μια άλλη δημοσιευμένη παραλλαγή του ποιήματος, απόλυτα ντοκουμενταρισμένη:

 

Όγκος βαρής κι ασήκωτος τ’ αφέντη μας η κάσσα,
με ζηλεμένονε παρά σε στήθεια σιδερένια.
Κι ανοιγοκλεί με σφυριχτήν -σα δουλεφτής- ανάσα
κι ο αφέντης τής χαμογελά με σεβασμό κι ευγένεια.

 

Από μαντέμι δυνατό κι αστραφτερόν ατσάλι

-Το μέταλλο που φτιάνουνε της φυλακής τους κρίκους-

Σαν το καλύβι ενού φτωχού, μπορεί και πιο μεγάλη

και ξεπερνά σ’ αχορταγιά τους πεινασμένους Λύκους!

 

Κρύβει τ’ αργάτη τον ιδρό, το γαίμα του στρατιώτη
το μαύρο δάκρυ τ’ αρφανού, το στεναγμό της χήρας
του φαμελίτη το ψωμί, της πόρνης την αγνότη
και της γυναίκας την τιμή και την τιμή της λίρας!

 

                                    ΗΡΟΣΤΡΑΤΟΣ

 

Το ποίημα σ’ αυτή την παραλλαγή δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό αριστερό (τροτσκιστικό) περιοδικό Νέα Επιθεώρηση, τεύχος 10, Οκτώβριος 1928, που το έβγαζε με το ψευδώνυμο Αντρέας Ζεβγάς ο κύπριος Αιμίλιος Χουρμούζιος, που επρόκειτο να γίνει πασίγνωστος αρχισυντάκτης της Καθημερινής και μεγάλη προσωπικότητα της πολιτιστικής ζωής.

 

Το ποίημα υπογράφεται από τον «Ηρόστρατο», ψευδώνυμο που δεν νομίζω να το έχει χρησιμοποιήσει ξανά ο ποιητής. Χαρακτηριστικό είναι πως στο προηγούμενο τεύχος και στη στήλη της αλληλογραφίας, ο Χουρμούζιος μαλώνει ευγενικά τον ποιητή: Αφού δεν υπογράφετε, γιατί δεν χρησιμοποιείτε ένα φιλολογικό ψευδώνυμο; Τα τέτοια εμείς δεν τα συνηθίζομε. Γιατί, και με το δίκιο τους, θα μπορούσαν αύριο να μας παρουσιαστούν ψευδώνυμα καθώς: Αρταξέρξης, Μέγας Αλέξανδρος ή και… «Πονεμένη καρδιά» κτλ. Φυλάξαμε το τραγούδι σας. Φαντάζομαι λέγοντας ‘φιλολογικό’ ψευδώνυμο θα εννοεί ένα ψευδώνυμο με ονοματεπώνυμο, όπως συνήθιζαν οι ποιητές. Τελικά, ο Ν.Σ. υιοθέτησε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης που «μοιάζει» με ονοματεπώνυμο.

 

Η ίδια παραλλαγή του ποιήματος, με ελάχιστες διαφορές κυρίως στην τρίτη στροφή, δημοσιεύτηκε, αυτή τη φορά υπογραμμένο από το πραγματικό όνομα του ποιητή στην έκδοση Φιλολογική Πρωτοχρονιά που κυκλοφόρησε το 1931 στην Πόλη με επιμέλεια Αβραάμ Παπάζογλου.

 




Επιστροφή