Του μαγαζιού

Είχε ένα μικρομάγαζο στο Μπεζεστένι,
όμως τι να πουλήσει ο δόλιος; -Κατοχή!
Κάνα ρακί... φασκομηλιά, που σε ζεσταίνει...
Πελάτες, σαν και δαύτονε, φτωχοί.

Ζάχαρη δεν υπάρχει. Λίγο πετιμέζι
Κι αντί καφές κριθάρι. Κι άντε να το πιής.
Σπάνια να βρεθεί φαϊ της προκοπής,
καμιά ψητή σαρδέλα στο τραπέζι.

Ωστόσο δεν του λείπαν οι θαμώνες.
Απάγγειο βλέπεις... 'Οξω παγωνιά.
ήταν και κείνο το μαγκάλι στη γωνιά
-Της Κατοχής οι δύσκολοι χειμώνες!

'Ολοι οι πελάτες που μαζεύονταν εκεί
μοιάζαν σαν νά' τα ξένοι μεταξύ τους.
Εξόν αν ήντουσαν απλώς προσεκτικοί
και τό' καναν για να φυλάγουνται από τρίτους.

Το λέω αυτό, γιατί σαν πρόσεχε κανείς
θα ψυλλιαζόταν, πως ετούτοι οι δήθεν ξένοι,
ήταν με κάτι αόρατο δεμένοι
θαρρείς κι ήταν τροχοί μιας μηχανής.

Κανείς, να πούμε, δε ζητούσε φωναχτά
το καφεδάκι ή τη φασκομηλιά του.
Πήγαινε στον ταμπή και μουλωχτά
τού' δινε την παραγγελιά του.

'Η ξάφνου ένας πελάτης σηκωνόταν,
πήγαινε στο απομέσα, δήθεν προς νερού του.
Περνούσαν ώρες... δεν ξαναφαινόταν.
Υπήρχε κι άλλη πόρτα ξεπιτούτου.

Πάντως λεγόντουσαν πολλά για τούτο το τσαρδί.
Τ' ονοματίζαν μερικοί με κάποια λέξη ξένη.
ήτανε "γιάφκα" λέγαν, στεκι δηλαδή,
για κειους που στην αντίσταση ήτανε μπερδεμένοι.

Πώς έκλεισε μια μέρα θα σας πω:
Μπαίνει ένας 'αγαθιάρης' που έκανε θελήματα
κι αφήνοντας στην πάντα τα προσχήματα:
-- Δρόμο, παιδιά! Πλακώνει η Γκεσταπό!

Μπουχός οι μάγγες. Κλεί το μαγαζί.
(Κάτι είχε ψυλλιαστεί κάποιο τομάρι,
άγρυπνο όμως το μάτι του 'αγαθιάρη'
κι έτσι ήρθαν... μάλλον δεύτεροι οι Ναζί.)