ΟΝΤΙΝΑ

 

 

Αργά το απόγευμα το ολόγιομο φεγγάρι είχε ήδη αρχίσει να αχνοφέγγει  πάνω από την κορυφή του Σάος  ή του  Φεγγαριού, όπως ονομάζουν οι ντόπιοι  την κορυφή του βουνού στο νησί τους, τη Σαμοθράκη. Όσο το πλοίο έπλεε πλησίστιο προς  το νησί ο Αντρέας ένιωθε αόρατα χέρια να τον τραβάνε προς αυτό. Ήταν σαν κομμάτι παζλ που εφάρμοζε ακριβώς στη θέση του, σαν το νησί να  ήταν ένας τεράστιος μαγνητικός πόλος και αυτός ο αντίθετός του… Μια αίσθηση οικειότητας τον πλημμύρησε, οικειότητα  και ανακούφιση μαζί. Είχε φοβηθεί ότι πλησιάζοντας  θα ένιωθε περισσότερες  τύψεις, αυτό που τον στοίχειωνε  ακριβώς ένα χρόνο τώρα μετά το ατύχημα του αγαπημένου του φίλου. Χαμογέλασε και ξέροντας πως κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τη Σαμοθράκη ένα βάρος έφυγε από μέσα του, το νησί έδειχνε να τον  υποδέχεται καλά.

 

Στο μυαλό του ήρθε ο Θοδωρής συντροφιά με μια αίσθηση νοσταλγίας. Μπορούσαν να δουν ο ένας τον άλλον αλλά παράλληλα, και στην πραγματικότητα, δεν είχαν ξαναϊδωθεί ποτέ μετά από εκείνο το συμβάν. Είχε αποφασίσει να ταξιδέψει στο νησί την ίδια μέρα που ταξίδεψαν μαζί την περασμένη χρονιά. Ήθελε να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του, βιώνοντας κάθε στιγμή εκ νέου και παίζοντας αυτή τη φορά σωστά τον ρόλο του στο παράξενο αυτό παιχνίδι της μοίρας. Υπήρχαν πολλά ερωτηματικά στο νου του και ήταν αποφασισμένος να τους βρει μια απάντηση με οποιοδήποτε τίμημα. Γνώριζε πως η απώλεια  δεν θα αναπληρωνόταν με τίποτα, οι τύψεις όμως ήταν  καιρός πια να εξορκιστούν. Είχε κάποιο σκοπό και το νησί έδειχνε να το γνωρίζει αυτό…

Όλοι όσοι έχουν επισκεφθεί τη Σαμοθράκη γνωρίζουν καλά την αίσθηση του νησιού.  Συχνά αποφεύγουν να μιλήσουν για τις εμπειρίες τους εκεί θέλοντας υποσυνείδητα να το προστατεύσουν από εισβολείς. Ίσως και να μη μιλούν για αυτό διότι δεν είναι εύκολο να περιγραφεί η ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του τόπου δύναμης που είναι η Σαμοθράκη.

 

-Το χειμώνα τι κάνετε όταν η θάλασσα γίνεται επικίνδυνη και το νησί κινδυνεύει με αποκλεισμό, πώς νιώθετε γέροντα που τόσο λίγοι άνθρωποι μένουν εδώ και ούτε πλοία έχετε, ούτε ρεύμα κάποιες φορές;

Είχε ρωτήσει ο Θοδωρής ένα συμπαθητικό αλλά σκυθρωπό γερο στα Θέρμα το περασμένο καλοκαίρι.

-Ούτε ανθρώπους, ούτε καράβια θέλουμε εδώ.

Του απάντησε ο γέρος κοφτά. Το παράξενο ήταν πως τα λόγια του δεν είχαν κανένα ίχνος επιθετικότητας, έδειχνε απλά να μη θέλει να μιλήσει για αυτό, σαν κάτι να έκρυβε.

 

Η φωνή ενός άνδρα από το πλήρωμα έβγαλε τον Ανδρέα από τις σκέψεις του , είχαν φτάσει και το πλοίο είχε ήδη αδειάσει από τα πλήθη των  νέο- χίπις ravers και αναρχοαυτόνομων προσωπικοτήτων που είχαν ήδη πεταχτεί έξω από το πλοίο, με τους new age ανθρώπους να ακολουθούν μέσα σε ένα σύννεφο μακαριότητας. Πήρε το τοπικό λεωφορείο για τα Θέρμα. Δεν σκόπευε να μείνει σε κανένα από τα δυο δημοτικά camping, αλλά στον καταρράχτη του Φονιά, εκεί όπου είχε συμβεί το αλλόκοτο γεγονός που του στέρησε το φίλο του.

Το ελεύθερο camping απαγορευόταν στην Σαμοθράκη και το ήξερε. Οι ντόπιοι φοβισμένοι από τα τόσα ατυχήματα αλλά και από την καταστροφή στην οποία υπόκειντο το νησί τους τα τελευταία χρόνια, και ίσως και για ένα ακόμη λόγο  τον οποίο και είχε έρθει να διαλευκάνει ο Ανδρέας, δεν  δίσταζαν να καταγγείλουν στις αρχές οποιονδήποτε ανακάλυπταν πως τολμούσε να κοιμηθεί το βράδυ στο δάσος.

Αφότου εφοδιάστηκε με τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης από τα Θέρμα, το μικρό , τουριστικό πλέον χωριουδάκι,  πήρε το δρόμο για τον καταρράκτη του Φονιά. Απέφυγε να χρησιμοποιήσει το λεωφορείο για δεύτερη φορά , το σκοτάδι είχε ήδη αρχίσει να καταπίνει τα πάντα και ένιωθε έντονη την ανάγκη να περπατήσει μέσα στην ερεβώδη φύση μέχρι την είσοδο της τοποθεσίας  του καταρράκτη. Μιάμιση ή δυο ώρες περπάτημα δεν ήταν κάτι κουραστικό για τον γεροδεμένο, εικοσιεπτάχρονο αθλητικό Ανδρέα. Κατέβηκε φορτωμένος την κατηφορική ευθεία που ένωνε τα Θέρμα με τον κυρίως δρόμο και κάθε τόσο γύριζε να θαυμάσει την σιωπηλή μάζα του Φεγγαριού, του ψηλότερου βουνού του Αιγαίου, 1.611 περίπου μέτρα ύψος  και καλά κρυμμένων μυστικών από τους αρχαίους χρόνους.

«Το νησί κατοικείται από  το τέλος της Νεολιθικής περιόδου, ποσά λίγα ξέρουμε για αυτόν τον τόπο», σκέφτηκε και παράλληλα κοίταξε τη θάλασσα που έλαμπε μπροστά του σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια.

Με την φαντασία του έπλασε τα πλοία των Θρακών , τον 11ο αιώνα πΧ, να πλησιάζουν το νησί και αφέθηκε σε ονειροφαντασίες εορτασμού των Καβειρίων μυστηρίων. Είδε με τα μάτια τις φαντασίας του φωτιές και ανθρώπους να κινούνται σε εκστατικούς ρυθμούς και  άκουσε ιαχές να συνοδεύουν τη  λατρεία των Μεγάλων Θεών. Το παγανιστικό στοιχείο ήταν ακόμη έκδηλο στο νησί. Σχεδόν μπορούσε να ακούσει και πάλι τον αλαφροΐσκιωτο φίλο του να απαγγέλλει Ορφικούς ύμνους. Η σκοτεινή βραχώδης μάζα του Φεγγαριού και η θάλασσα όπως ξεπρόβαλε μέσα από τις πυκνές κορυφές των δέντρων του φάνηκε πως παρακολουθούσαν κάθε βήμα του συνωμοτικά .

Λίγο αφότου στρίψει δεξιά στο σταυροδρόμι και σταματήσει να βλέπει τα φώτα του χωριού, του δημιουργήθηκε η εντύπωση πως  και τα δέντρα ακόμη έδειχναν ζωντανά. Οι θάμνοι δεξιά και αριστερά του δρόμου  έκαναν αδύνατον το να προχωρήσει μέσα από το δάσος όπως είχε αποφασίσει αρχικά να κάνει. Χωρίς να χρησιμοποιήσει το φακό του αποφάσισε να ακολουθήσει τον ασφαλτόστρωτο δρόμο που του παρείχε  υποτυπωδώς κάποια περιπατητική ασφάλεια καθώς  μπορούσε να δει  μισό  μόνο μέτρο μακριά από τα βήματά του. Λίγο αργότερα ήταν ελάχιστα πιο εύκολο να περπατήσει, αφού το μάτι του είχε εξοικειωθεί με το σκοτάδι και η πανσέληνος φώτιζε κάπως την άσφαλτο. Που και που περνούσε κάποιο αυτοκίνητο ή μηχανή και δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί πόσο παράταιρη έδειχνε η τεχνολογία μέσα στον άγριο εκείνο τόπο. Ήταν σαν μουσική που η αρμονία της χάλαγε από φάλτσες νότες, σαν πίνακας που κάποιες λεπτομέρειές του είχαν ζωγραφιστεί από παιδί.

Ήδη περπατούσε μίση ώρα όταν ξαφνικά άκουσε μια φωνή πίσω του. Γύρισε σχεδόν τρομαγμένος και είδε μια ηλικιωμένη γυναίκα να  φωνάζει κάτι,  λίγα μόλις μέτρα πιο μακριά του. Τότε μόνο συνειδητοποίησε πως είχε τουλάχιστον μια μέρα να μιλήσει με άνθρωπο.

- Τι ώρα είναι παλικάρι μου;

- Δέκα και τέταρτο κυρία.

Απάντησε ευγενικά  ο Ανδρέας. Η γυναίκα μάλλον πρέπει να είχε κινηθεί γρηγορότερα όσο αυτός κοίταζε το ρολόι του γιατί μέχρι να σηκώσει τα μάτια του αυτή βρισκόταν  ήδη δίπλα του.

-Αν βιαστείς λίγο θα προλάβεις

-Τι να προλάβω;

Ρώτησε με έκπληξη ο Ανδρέας.

-Εμείς οι παλαιοί εδώ λέμε πως καλό είναι παιδί μου  να μην περπατάει κανείς μόνος του τη νύχτα της γέμισης του φεγγαριού. Τα στοιχειά σήμερα είναι λυτά.

-Α, μην ανησυχείς κυρία. Δεν ξέρω αν τα πιστεύω όλα αυτά.

-Να τα πιστέψεις παιδί μου, έχουν δει πολλά τα μάτια μας σ’ αυτό  τον τόπο. Τις νύχτες ζωντανεύει αλλά και τη μέρα , αχ μη νομίζεις πως υπάρχει σιγουριά…

Ο Ανδρέας μόνο τότε αναρωτήθηκε τι κάνει μια ηλικιωμένη γυναίκα τέτοια ώρα μόνη της στο δάσος. Πριν τη ρωτήσει προσπάθησε να τη δει

καλύτερα, αλλά το σκοτάδι έκρυβε το πρόσωπό της αφήνοντας μόνο να φανεί το σχήμα του. Η γυναίκα ήταν ντυμένη με ρούχα που συνήθιζαν να φοράνε οι παλιές γυναίκες στα χωριά , ειδικά οι χήρες, και το κεφάλι της ήταν σκεπασμένο με ένα σκούρου χρώματος μαντήλι. Μια παράξενη μυρωδιά ήρθε στη μύτη του, σα μπαγιάτικο γλυκό νερό, σα μυρωδιά από σάπια φύκια.

-Τι κανείς εδώ τέτοια ώρα κυρία; Είναι κοντά το σπίτι σου;

-Ναι, μένω στη Γριά Βάθρα παιδί μου.

Απ’ ότι ήξερε ο Ανδρέας στη Γριά Βάθρα δεν υπήρχαν σπίτια, αλλά φαντάστηκε πως έμενε σε κάποιο από τα σπίτια ή τις ταβέρνες που βρισκόντουσαν στο δρόμο πριν φτάσει κανείς στην είσοδο της Γριάς Βάθρας, ενός από τα πιο όμορφα και μυστηριώδη σημεία της Σαμοθράκης. Καταρράχτες είχαν σκάψει τη μια πλευρά του βουνού και σχημάτιζαν βάθρες, μικρές λίμνες. Μετά οι λίμνες  χυνόντουσαν σε άλλον καταρράκτη, κι άλλον και μετά άλλον, μέχρι που έφταναν στους πρόποδες του βουνού που το νερό τελείωνε το ταξίδι του μέσα σε μια ακόμη βάθρα. Λίγο από αυτό κατέληγε σε ένα μικρό τσιμεντένιο ρυάκι  που συνέχιζε να ρέει δίπλα από τις ταβέρνες και τα εξοχικά ποτίζοντας  τα βάτα, τις  μυρτιές και τα υπερμεγέθη πλατάνια. Το μέρος λεγόταν Γριά Βάθρα γιατί κάποτε μια γριά πνίγηκε εκεί και το αγριεμένο από τις βροχές ποτάμι παρέσυρε το σώμα της.

-Εσύ γιαγιά να προσεχείς τέτοια ώρα μέσα στο δάσος. Εδώ δε θα βρεις τη θεά Δήμητρα να σε προστατέψει.  

Είπε προσπαθώντας , αποτυχημένα , να κάνει κάποιο αστείο.

-Ο κόσμος παιδί μου παρομοιάζει την Δήμητρα με τη δική μας Μεγάλη Θεά, την Αξίερος,

τους βοηθούς της  Αξιόκερσο και  Αξιόκερσα με τον Άδη και την Περσεφόνη. Ακόμη λένε ότι οι Κάβειροι δαίμονες είναι οι Διόσκουροι, όμως πίστεψε με είναι κάτι διαφορετικό. Πρέπει να προσέχεις. Τα στοιχειά δεν ξέρουν από καλό και κακό..

Ο Ανδρέας ένιωσε κατάπληξη. Ήταν το λιγότερο που περίμενε να ακούσει από μια ηλικιωμένη γυναίκα από τις «παλιές» όπως λένε στα χωριά. Γυναίκες που η Παναγία  ήταν η ελπίδα τους και όλα τα άλλα ήταν έργα του διαβόλου. Γύρισε να τη ρωτήσει πώς τα ήξερε όλα αυτά αλλά το αίμα πάγωσε στις φλέβες του. Είδε , ή νόμισε πως είδε, τα μάτια της γριάς να φέγγουν μέσα στο σκοτάδι σα μικρές πυγολαμπίδες. Άρπαξε το φακό από την τσέπη του και φώτισε το πρόσωπό της. Αυτή με μια κίνηση έκρυψε το πρόσωπό της και το μόνο που μπόρεσε να δει ήταν δυο λαμπερά,  τουρκουάζ χρώματος, με μια αχνή υποψία κόρης  μάτια και ένα ανάποδο τρίγωνο σαν τατουάζ στο μέτωπό της. Τα χέρια της ήταν ζαρωμένα και σχεδόν μπλε.  Ο φακός κόντεψε να του πέσει από τα χέρια ενώ η γριά με μια ξαφνική κίνηση που καθόλου ταιριαστή δεν ήταν με το αργό βήμα μιας ηλικιωμένης γυναίκας εξαφανίστηκε. Μέχρι να σώσει τον φακό από το να πέσει στην άσφαλτο , μέσα δηλαδή σε κλάσματα δευτερόλεπτων, ο Ανδρέας σήκωσε τα μάτια του αλλά η γριά είχε γίνει άφαντη. Ρίγος διαπέρασε την σπονδυλική του στήλη. Η μυρωδιά των σαπισμένων φυκιών ήταν ακόμη έντονη στον αέρα και στρέφοντας το φακό σαν από ένστικτο προς την άσφαλτο είδε πως υπήρχαν νερά. Έντρομος άρχισε να φωτίζει τα δέντρα και τα βάτα γύρω αλλά τι παράξενο , το φως του φακού σταμάταγε πεισματικά σχεδόν ένα μέτρο μετά από αυτόν και η φύση παρέμενε ερεβώδης.

Φόβος τον διαπέρασε. Αν η γριά ήταν στοιχειό, όπως βρήκε τον εαυτό του να φοβάται πως ήταν, τότε γιατί εμφανίστηκε να τον προειδοποιήσει να προσέχει; Όλα ήταν ακατανόητα γι’ αυτόν. Ο Ανδρέας ήταν  άνθρωπος της λογικής σκέψης, για αυτόν υπήρχε μόνο φυσική και όχι μεταφυσική. Στο μυαλό του ήρθε ο Θοδωρής ο οποίος ήταν το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτόν. Ο Θοδωρής πίστευε στις νεράιδες και τα στοιχειά και ήταν αυτός που τον είχε πείσει το προηγούμενο καλοκαίρι να πάνε μαζί στη Σαμοθράκη. Ο Θοδωρής όμως φοβόταν το σκοτάδι και αν και είχε πάει αρκετές φορές στο νησί μόνος του δεν είχε τολμήσει ποτέ  να διανυκτερεύσει σε κάποια από τις βάθρες τη νύχτα. Εκείνο το καλοκαίρι ήθελε τον Ανδρέα μαζί του για να περάσουν μαζί μια νύχτα στον καταρράκτη του Φονιά και μια νύχτα κρυφά στο Ιερατείο των Μεγάλων Θεών, κάτι που  εκ των πραγμάτων δεν κατάφερε ποτέ να κάνει.

Το δίλημμα ήταν μεγάλο , έπρεπε να συνεχίσει αυτή την αναζήτηση ή όχι; Ο Θοδωρής έλεγε ότι τη νύχτα της πανσελήνου του Αυγούστου οι πύλες είναι ανοιχτές και ήταν η καταλληλότερη νύχτα για να δει κανείς «κάτι».

Ο Ανδρέας δεν τα πίστευε όλα αυτά.

Ο Ανδρέας μόλις είχε μια αλλόκοτη εμπειρία που ξέφευγε από τη λογική…

Κάθισε στην άκρη του δρόμου και άναψε τσιγάρο. Έπρεπε να μην αφήσει την αμφιβολία και τον φόβο να τον παραλύσει. Έπρεπε να εκπληρώσει το στόχο του. Εκείνο το βράδυ, το είχε αποφασίσει ένα χρόνο τώρα, θα ξαγρυπνούσε στον καταρράκτη του Φονιά. Έπρεπε να δει αν υπήρχε «κάτι» ή αν απλά η φαντασία του φίλου του είχε προκαλέσει την απώλεια του μυαλού του…

Όσο καθόταν και κάπνιζε, στο ίδιο σημείο που είχε εξαφανιστεί η γριά, άκουσε κάτι , κάτι που έμοιαζε με σφύριγμα του άνεμου αλλά σχεδόν διέκρινε μια ολόκληρη πρόταση μέσα του.

 

«Αν παςςςςςςς,  μη φοβηθείςςςςςς» του φάνηκε πως άκουσε , εστίασε την προσοχή του και άκουσε πάλι κάτι που έμοιαζε με:

«Ο φόβοςςςςςς είναι ο κίνδυνοςςςςς».

Τη δεύτερη φορά ήταν σχεδόν σίγουρος πως κάποιος του είχε μιλήσει.  Σηκώθηκε και με τον φακό φώτισε γύρω του σχεδόν σίγουρος πως από κάπου θα έβγαινε η γριά , αλλά  δεν είδε τίποτα.

«Θα συνεχίσω». Σκέφτηκε.

 

Ήταν αποφασισμένος να διαλευκάνει το τι είχε συμβεί στο φίλο του. Πόσα βράδια είχε παραμείνει άγρυπνος από τύψεις για εκείνο το βράδυ που δεν κράτησε την υπόσχεσή του και δεν  είχε ακολουθήσει το Θοδωρή στο δάσος; Κι ο ίδιος δεν  θυμόταν πια. Αν εκείνο το βράδυ ήταν μαζί με το Θοδωρή τίποτα δεν θα είχε συμβεί, αλλά και την ημέρα εκείνη που είχε αποφασίσει να διαλευκάνει το τι τελικά  είχε συμβεί θα ήταν τουλάχιστον δειλός αν γυρνούσε πίσω. Το να προχωρήσει φάνταζε στο μυαλό του ως η μοναδική λύση. Εκείνο που τον πλήγωνε περισσότερο ήταν πως είχαν τσακωθεί εκείνο το βράδυ και ίσως ήταν ο θυμός αυτό που έδωσε κίνητρο  στο Θοδωρή να ξεπεράσει το φόβο του για το σκοτάδι και να προχωρήσει μόνος του στο σκοτεινό δάσος. Όλα ήταν δικό του λάθος. Ή κάποιος έπαιξε ένα νοσηρό παιχνίδι στο φίλο του, ή όντως είχε δει κάτι. Δεν μπορούσε αλλιώς να δικαιολογήσει τη σιωπή στο  λόγο και στη σκέψη που βασίλευε στη νέα πραγματικότητα του αγαπημένου του φίλου ένα χρόνο τώρα. Αν κάποια άρρωστη προσωπικότητα ζούσε κοντά στον καταρράκτη και γέμιζε τα βράδια της με το να τρομάζει ανυποψίαστους ή υποψιασμένους ανθρώπους που διανυκτέρευαν εκεί, θα το ανακάλυπτε. Αν πάλι ο φίλος του είχε δει «κάτι» , λογικό ήταν να το δει κι αυτός .

Μέσα του βέβαια  ένας σπόρος αμφιβολίας είχε σπαρθεί, ήταν η πρώτη φορά που έστω και ελάχιστα ανησύχησε για το αν θα του συνέβαινε το ίδιο πράγμα που είχε συμβεί στο Θοδωρή. Ένα μικρό μαχαίρι ίσως τον προστάτευε από κάποιον άλλο άνθρωπο, τι όμως μπορούσε να τον προστατεύσει από τα στοιχειά; Παρόλα αυτά συνέχισε τον δρόμο του, προτιμούσε να γνωρίζει παρά να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του μέσα στις τύψεις. Αλώστε ό,τι και αν του συνέβαινε θα ήταν δίκαιη τιμωρία για το ότι είχε αθετήσει την υπόσχεση του στο φίλο του απλά γιατί νύσταζε εκείνη τη νύχτα της πανσελήνου που θα την περνούσαν άγρυπνοι δίπλα στον καταρράκτη.

Προχώρησε και πολύ λίγη ώρα αργότερα βρέθηκε στην είσοδο της τοποθεσίας του καταρράκτη. Είχαν κάνει τη διαδρομή  μέρα με τον Θοδωρή και ήξερε πως τους είχε πάρει ακριβώς 27 λεπτά με γρήγορο βήμα μέχρι να φτάσουν στο Φονιά. Ένας ντόπιος τους είχε πει ότι έλεγαν έτσι το μέρος γιατί στα παλιά χρόνια ένας βασιλιάς κατάλαβε ότι η βασίλισσα τον απατούσε και σκότωσε και τους δυο εραστές της. Ποιος ξέρει; Ίσως το έλεγαν έτσι γιατί αρκετοί άνθρωποι είχαν σκοτωθεί προσπαθώντας να σκαρφαλώσουν πάνω από τον καταρράκτη για να δουν τις υπόλοιπες βάθρες, που οι καταρράκτες τους δεν ήταν μεν  δεκαπέντε μέτρα όπως ο συγκεκριμένος, αλλά  το  τοπίο ήταν εντυπωσιακό και αντάμειβε με την ομορφιά του τους επισκέπτες που κατόρθωναν να το δουν . Μια κοπέλα που είχε κατορθώσει να φτάσει εκεί και διανυκτέρευσε σε μια από τις επόμενες βάθρες με την παρέα της του είχε πει πως κατά τη διάρκεια της αυγής είχαν δει ένα θαυμάσιο ουράνιο τόξο να βγαίνει από το νερό. Καμία άλλη αναφορά στις νεράιδες.

Και τι δεν θα ‘δινε ο Αντρέας να γύριζε ο χρόνος πίσω και εκείνη τη στιγμή να έμπαινε στο δάσος με το Θοδωρή. Νοσταλγία τον πλημμύρισε.

 

Από το καλοκαίρι του 2001 οι αρχές του νησιού είχαν αποφασίσει να υπάρχει ένα μικρό αντίτιμο εισιτηρίου για τους επισκέπτες, κάτι που πιθανόν να ήταν πρόφαση για να καταγραφούν όποιοι έμπαιναν στο δάσος αφού μαζί  με το εισιτήριο οι επισκέπτες έπρεπε να δίνουν και τα ονόματά τους. Τη νύχτα όμως δεν υπήρχε ψυχή εκεί, ακόμη και η μικρή καντίνα με τα ξύλινα τραπεζάκια που θύμιζε κέλτικο χωριό στην αντίθετη πλευρά του δρόμου  ήταν κλειστή. Από την μεριά της καντίνας το ποτάμι περνούσε κάτω από μια γέφυρα και χυνόταν στη θάλασσα δίπλα από τα εντυπωσιακά ερείπια του Πύργου του Φονιά, χτισμένου από τη δυναστεία των Gattiluci.

Αν τη ημέρα έπρεπε κάποιος να είναι προσεκτικός, τη νύχτα έπρεπε να είναι ακόμη περισσότερο, καθώς το έδαφος ήταν ανισόπεδο και οι επισκέπτες περπατούσαν ακολουθώντας ένα μικρό μονοπάτι δίπλα στο ποτάμι. Ο Ανδρέας χρησιμοποίησε το φακό του για να περάσει το πρώτο μέρος της διαδρομής που είχε ένα δύσκολο σημείο το οποίο και πέρναγε κάποιος πατώντας πάνω σε πλατειές πέτρες, έτσι ώστε να μην πέσει μέσα στο ρηχό ποτάμι από τη μια πλευρά, ούτε στο τεχνητό ρυάκι που υπήρχε από την άλλη. Δεν τα κατάφερε και χρειάστηκε να πατήσει μέσα στο νερό. Το μόνο καλό σε αυτό ήταν , σκέφτηκε προσπαθώντας να βγάλει τις λάσπες από πάνω του , πως το μυαλό του είχε απασχοληθεί για λίγο και δεν ένιωθε πια τύψεις ή φόβο για το απρόοπτο.

Συνέχισε το δρόμο του ακολουθώντας το μονοπάτι που στριφογύριζε σαν φίδι πότε δίπλα στο ποτάμι , ποτέ μέσα από τα δέντρα που έμοιαζαν ζωντανά μέσα στο σκοτάδι. Κάθε τόσο κοίταζε πίσω του ασυνείδητα, αλλά τίποτα δεν του εμπόδιζε τον δρόμο,  μάλιστα ένιωθε όμορφα μέσα στο δάσος. Είχε την αίσθηση που είχε και  όσο πλησίαζε το νησί, πως ήταν καλοδεχούμενος.

Ο αέρας φύσαγε απαλά και όσο προχωρούσε δεν μπόρεσε να μη θαυμάσει το μεγαλείο της φύσης. Παρόλο που η οπτική του επαφή με τον χώρο ήταν μια μάζα από σκοτάδι, αυτή η μάζα ήταν τόσο ομοιόμορφη και τόσο αισθητικά ελκυστική που έμοιαζε με πίνακα ζωγραφικής. Ο ουρανός, φωτισμένος από το φως της πανσελήνου, για τον περιπατητή κάτω από τα δέντρα έμοιαζε με  μικρά κεντημένα λουλούδια  απροσδιόριστου χρώματος που πλαισιωνόντουσαν από την ερεβώδη, συμμετρικά ακανόνιστη δαντέλα της κορυφής των πλατάνων και των κυπαρισσιών. Ο αέρας μύριζε φρεσκάδα και το μονότονο τραγούδι του νερού κυριολεκτικά του έκανε συντροφιά και έδινε στο τοπίο κάτι που εκείνη τη στιγμή χρειαζόταν ο νους του, την αίσθηση του προβλέψιμου.

«Πόση αρμονία Θεέ μου» Σκεφτόταν όλο και πιο συχνά ο Αντρέας.

«Πόση ομορφιά.».

Που και που άκουγε κλαδιά να σπανέ και νυχτοπούλια,  αλλά κανένα φόβο δεν είχε. Τι παράξενο, λίγη ώρα μόνο μετά από το περιστατικό με τη γριά δεν ένιωθε πια τον φόβο που είχε νιώσει. Ο νους του είχε εκλογικεύσει το γεγονός και πιο πολύ φοβόταν μήπως και δεν ανακαλύψει τίποτα εκείνο το βράδυ παρά μη συναντήσει κάποιο παράξενο πλάσμα , ανθρώπινο ή μη. Κάποια στιγμή μάλιστα , όσο προχωρούσε , θύμωσε λίγο με τον εαυτό του που είχε φοβηθεί μια γριούλα. Κατέληξε πως πιο πιθανό ήταν να είχε συναντήσει κάποια μισότρελη από την απόκοσμη ομορφιά του τόπου γριά που προσπαθούσε να τον τρομάξει και να τον προστατέψει από το νυχτερινό του περίπατο, υποκινούμενη από την αίσθηση παντογνωσίας που χαρακτηρίζει τους ηλικιωμένους  ανθρώπους. Η σκέψη του Θοδωρή όμως στην αναπηρική καρέκλα και της μητέρας του να τον ταΐζει σα να ήταν μωρό τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Δεν είχε πάει περίπατο στο δάσος, αυτό το είχε απορρίψει όταν είχε την ευκαιρία, αλλά βρισκόταν εκεί για να αναπαραστήσει στο μυαλό του την εμπειρία του Θοδωρή και να ανακαλύψει το τι είχε συμβεί….

Δυνατός θόρυβος από νερό που πέφτει από ψηλά του έδωσε να καταλάβει πως είχε φτάσει στον καταρράκτη. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει όλο και πιο δυνατά. Μερικά λεπτά αργότερα βρέθηκε στην όχθη της μικρής λίμνης που σχημάτιζαν τα νερά του καταρράκτη. Εκεί είχε βρει κάποιος το Θοδωρή ακίνητο, αμίλητο και παγωμένο από τα βρεγμένα του ρούχα το επόμενο πρωινό της περσινής του περιπέτειας. Προσπάθησε να φανταστεί για χιλιοστή φορά το φίλο του σε εκείνη την κατάσταση , αφού ο ίδιος τον είχε δει για πρώτη φορά έτσι  στο ιατρείο της Καμαριώτισσας την επόμενη ημέρα, όσο περίμεναν το πλοίο που θα τους μετέφερε στο νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης…

Η λίμνη από τη μια μεριά ήταν κυκλική ενώ από την άλλη ένας βράχος έκρυβε τον καταρράκτη από την είσοδό της σχηματίζοντας ένα γάμα. Το βάθος της συγκεκριμένης λίμνης ήταν ένα από τα μυστήρια του νησιού διότι ντόπιοι λένε πως δεν είχε βρεθεί ποτέ από τους δύτες. Τα νερά της ήταν σκοτεινά μέρα νύχτα και η έλλειψη ανώσεως καθιστούσε το κολύμπι εκεί μια δύσκολη υπόθεση, καθώς το ανθρώπινο βάρος τραβούσε τον κολυμβητή μέσα στη λίμνη και ήταν πραγματικά δύσκολο για κάποιον να δει ακόμη και το χέρι του μέσα στο σκοτάδι της μια ηλιόλουστη μέρα. Το μέρος τη νύχτα έδειχνε πιο απόκοσμο απ’ ότι τη μέρα.

«Τι τρέλα είχες κι εσύ μέσα σου βρε Θοδωρή!» , δεν απέφυγε να σκεφτεί ο Ανδρέας και ένας πόνος διαπέρασε την ψυχή του για τον φίλο του. Κάθισε στο δεξί σημείο της όχθης, το μοναδικό που είχε χώμα και πίνοντας λίγο καφέ από το θερμός,  κάπνιζε περιμένοντας. Η ώρα είχε ήδη πάει δώδεκα και καιρός ήταν να ανακαλύψει αν την περιβόητη αυτή ώρα κάτι θα συνέβαινε. Η πανσέληνος έγραφε το ημερολόγιο του θα γέμιζε ακριβώς στις 01:29. Άρα , σκέφτηκε με μια δόση κυνισμού , τίποτα δεν θα συνέβαινε στις δώδεκα. Όπως και δεν συνέβηκε.

Το δάσος το βράδυ ήταν κρύο και το παγωμένο νερό έκανε τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα. Που και που άκουγε κάποιο νυχτοπούλι να πετάει ή να κελαηδά και γύριζε το κεφάλι του να το δει, αλλά το σκοτάδι ήταν τόσο πυκνό που φαντάστηκε πως θα μπορούσε να το κόψει με τον μικρό του σουγιά και να πετάξει τις φέτες στο νερό. Χίλιες σκέψεις πέρναγαν από το μυαλό του και οι μικροί θόρυβοι του δάσους γινόντουσαν ακόμη πιο εμφανείς μέσα στην απόλυτη ηρεμία.

Για πρώτη φορά ένιωσε ένα ακόμη συναίσθημα απέναντι στο Θοδωρή. Ντροπή. Πόσο όμορφη θα ήταν και των δυο η βράδιά αν το είχαν κάνει μαζί κι όχι ο καθένας χωριστά αυτό που έκανε σήμερα. Θα μπορούσαν να ανάψουν φωτιά και να ψήσουν τους φόβους τους μαζί με φρέσκο καλαμπόκι. Κοίταξε το ρολόι του ,  ήταν ήδη 1:30. Ευχήθηκε κάτι να γινόταν πριν παρανοήσει εντελώς. Είχε απόλυτη επίγνωση του ότι η σκέψη του γινόταν παρανοϊκή κι αυτό δεν ταίριαζε στο λογικό Ανδρέα. Φέτες από σκοτάδι και ψημένοι φόβοι… όλα αυτά ταίριαζαν περισσότερο στον αλαφροΐσκιωτο Θοδωρή.

Όσο τα έβαζε με τον εαυτό του για χιλιοστή φορά κάτι παράξενο άρχισε να συμβαίνει. Αρχικά νόμισε πως ήταν η αντανάκλαση του φεγγαριού μέσα στη βάθρα, ήταν λες και το φεγγάρι είχε σταθεί ακριβώς από πάνω.  Σε κλάσματα δευτερόλεπτων όμως  άφησε  εκείνη τη σκέψη. Η λίμνη άρχισε να γίνεται όλο και πιο φωτεινή από μια πηγή  φωτός που έδειχνε να προέρχεται εκ των έσω. Το φως άρχισε να  απλώνεται φανερώνοντας ότι πλησίαζε την επιφάνεια,  και παρόλο που έδειχνε να προέρχεται από ένα σταθερό κέντρο είχε ήδη αγγίξει όλο το δέρμα της βάθρας. Παράλληλα κάτι παράξενο είχε συμβεί στην ατμόσφαιρα. Μέχρι και λίγα λεπτά πριν η υπερισχύουσα θερμοκρασία ήταν μια ψυχρή, ξηρή  αίσθηση, στη συνέχεια όμως μια επίπονη υγρασία έδειχνε να έχει απλωθεί παντού, ακόμα και μέσα στην ψυχή του.

Σχεδόν υπνωτισμένος ο Ανδρέας παρατηρούσε το φως να ανεβαίνει αργά και όσο αυτό ανέβαινε αυτός  άλλαζε συνειδητότητα έχοντας χάσει κάθε έλεγχο του νου  και του σώματός του. Ήταν σαν να άκουγε κάποια απόκοσμη, αστέρινη και υγρή γαλάζια μουσική, σαν να τον φώτιζαν άπειροι αλλόκοτοι προβολείς αστρικής ενέργειας μπλε  χρώματος. Ένα μούδιασμα είχε απλωθεί σε όλο του το σώμα και η πραγματικότητα έδειχνε να πάλλεται με μη πραγματικό τρόπο. Κάποια στιγμή το φως σταμάτησε να κινείται και του φάνηκε σε μια ξαφνική στιγμή διαύγειας πως ένα τρίγωνο που ο ίδιος έβλεπε ανάποδα είχε σχηματιστεί από την πηγή του φωτός. Το τρίγωνο είχε φωτεινό μπλε χρώμα. Η ατμόσφαιρα ξαφνικά πλημμύρισε από ένα μεθυστικό άρωμα που πάλι δυσκολεύτηκε να το αναγνωρίσει αφού ο νους του με δυσκολία τον υπάκουε. Μύριζε γαρδένια.

Ακίνητος, πνιγμένος από την υγρασία και ανίκανος να κινηθεί, οπτικά μόνο μπόρεσε να λάβει την πληροφορία ότι η λίμνη αλλά και κάθε σημείο γύρω του είχε γεμίσει από καβούρια, χελώνες και βατράχια που βγάζοντας τον χαρακτηριστικό τους ήχο πηδούσαν δεξιά και αριστερά ακόμη και πάνω του με έξαλλους ρυθμούς. Ο Ανδρέας προσπάθησε να κινηθεί αλλά έχοντας  την αίσθηση του ονείρου  δεν κατάφερε καν να κινήσει τα άκρα του. Προσπάθησε να μιλήσει αλλά καμία κραυγή τρόμου δεν βγήκε από μέσα του, και τα χείλη του ακόμη δεν τον υπάκουσαν. Βίωνε απλά την έλλειψη πραγματικότητας με οπτικά και μόνο ερεθίσματα. Αχνά από το μυαλό του  πέρασε μόνο μια σκέψη, το τρίγωνο. Το μόνο που μπορούσε πλέον να κάνει ο Θοδωρής ήταν να σχεδιάζει ανάποδα τρίγωνα, ξανά και ξανά. Πληροφορία που ο Ανδρέας είχε απωθήσει για έναν ανεξήγητο λόγο και τότε μόνο μπόρεσε να ανασύρει από τα σκοτάδια του υποσυνείδήτου του.

Έτσι όπως στεκόταν κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά το τρίγωνο άρχισε να κινείται και το κέντρο του πλησίασε την επιφάνεια και βγήκε με μια απότομη κίνηση από το νερό. Δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να περιγράψει με την ανθρώπινη λαλιά  ό,τι είδε ο Ανδρέας εκείνο το βράδυ, κι ο ίδιος ακόμη δεν θα μπορούσε να το περιγράψει ούτε την ώρα που το έβλεπε…

Μια ψηλή καλλονή με σχεδόν διάφανο δέρμα είχε αναδυθεί από το νερό. Μια κοπέλα που την ομορφιά της  αδύνατον να συλλάβει ανθρώπινος νους, ίσως γιατί δεν ήταν ανθρώπινη. Τα μακριά ακαθόριστου χρώματος μαλλιά της πλαισίωναν ένα πρόσωπο που θα είχε σκοτώσει με ισχυρή δόση θλίψης  όποιον ζωγράφο το έβλεπε, αφού θα ήξερε πως δεν θα το ζωγράφιζε ποτέ ικανοποιητικά. Τα μάτια της, ήταν το μόνο που δεν έφυγε ποτέ από την μνήμη του Ανδρέα για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Δυο ζωντανά ενεργειακά  κάρβουνα  φαινόταν να κοιτούν ή να αντανακλούν την ψυχή του και να συνδέουν αυτόν που είχε οπτική επαφή μαζί τους με τα αρχέτυπα μυστικά της δημιουργίας, πράγματα που ακόμη δεν βρέθηκαν τα λόγια ή οι εικόνες για να περιγραφούν. Όσο για το σώμα της, αυτό  δίχως άλλο αποκάλυπτε  το μυστικό του γιατί η φύση ήταν φτιαγμένη με τον τρόπο που φτιάχτηκε, γιατί υπήρχαν ποτάμια , βουνά και χαράδρες , γιατί κάποια πουλιά κελαηδούν το βράδυ και γιατί ο ουρανός δείχνει μπλε…. Στο μέτωπό της υπήρχε το ίδιο ανεστραμμένο τρίγωνο που υπήρχε στη λίμνη και στο μέτωπο της γριάς.

Ο Ανδρέας είχε πλέον χάσει κάθε επαφή με το περιβάλλον και ναρκωμένος από το περιστατικό μόνο πολύ αργότερα μπόρεσε να το επαναφέρει στη μνήμη του σαν την αχνή ανάμνηση του ότι είχε σταματήσει να είναι ο εαυτός του εκείνο το βράδυ αλλά είχε γίνει κι αυτός μέρος την φαντασμαγορικής οπτασίας, μέρος του τοπίου. Το μόνο που μπόρεσε να θυμηθεί ήταν εικόνες , και προφανώς ο τρόπος που το πλάσμα επέλεξε να του μιλήσει ήταν οι εικόνες.

«Είμαι  Οντίνα », του φάνηκε πως σκέφτηκε ο ίδιος, αλλά  πάλι πολύ μετά , όταν πλέον είχε αποκτήσει επαφή με το λογικό μέρος του εαυτού του, συνειδητοποίησε πως είχε πει το πλάσμα στη σκέψη του.

«Δεν θέλω να σε φοβίσω , έτσι πήρα τη  δεύτερη μορφή μου. Θέλω να λάβεις απάντηση σε αυτό που σε βασανίζει.»

Η μόνη αίσθηση που είχε ο Ανδρέας , πάλι όπως πολύ μετά μπόρεσε να καταλάβει , μπορούσε να περιγραφεί με μια καινούργια λέξη που αποτελούταν από όλες  μαζί τις έννοιες των λέξεων γαλήνη…ηρεμία…στοργή…επαφή…συναίσθημα…αγάπη…γνώση… εφησυχασμός…όνειρο…ευχαρίστηση…διαύγεια…διαίσθηση…στοργή…παιδικότητα…. φιλία… συμπόνια…

Η Οντίνα κινήθηκε με  ανεξήγητο τρόπο προς τα πίσω και η βάθρα έγινε ένας μεγάλος καθρέφτης μέσα στον οποίο ο Ανδρέας μπορούσε να δει το φίλο του το Θοδωρή.

Ο Θοδωρής σκεπασμένος με μια κουβέρτα και με τα μάτια γουρλωμένα κοιτάζοντας  το φως να ανεβαίνει από τον βυθό της λίμνης κινούταν νευρικά στο γύρω χώρο δείχνοντας να θέλει να φύγει αλλά το σκοτάδι να τον εμποδίζει. Μέσα από τη λίμνη ξαφνικά αναδύθηκε ένα πλάσμα που εκτός από το πρόσωπό του που ήταν το ίδιο πρόσωπο που είχε η Οντίνα, με το τρίγωνο στο μέτωπο, το σώμα του ήταν όμοιο με του ιππόκαμπου πλαισιωμένο με αραβουργήματα που δεν ήταν λιγότερο εντυπωσιακά από το σώμα της γυναίκας αλλά ήταν σίγουρα πιο τρομακτικά. Ο Ανδρέας είδε το φίλο του να λιποθυμά μέσα στο νερό το οποίο σαν ζωντανό σήκωσε ένα μεγάλο κύμα και τον πέταξε πάλι στην όχθη της λίμνης, όπου αφότου συνήλθε για λίγο  λιποθύμησε  πάλι από τον τρόμο όταν τα καβούρια, οι χελώνες και τα βατράχια άρχισαν να σκαρφαλώνουν πάνω του. Όσο ο Ανδρέας έπαιρνε την απάντηση για το τι είχε συμβεί στον Θοδωρή εκείνο το βράδυ ο καθρέφτης ξαφνικά χάθηκε από τα μάτια του και η Οντίνα άρχισε να σβήνει σιγά ενώ βυθιζόταν στο νερό. Του φάνηκε ότι του είπε :

 

«Δεν αξίζει να πιστεύεις … δεν αξίζει  να μην πιστεύεις … ο φόβος είναι ο κίνδυνος … η γνώση είναι φόβος… κίνδυνος είναι ο φόβος.. η γνώση είναι κίνδυνος αν πιστεύεις με το νου…»