Το άσμα του Ορφέως

 

 

Παρήλθον ημέραι και χρόνοι μεγάλοι,

            εις βάτους επνίγη το εύβοτρυ κλήμα,

            η κόμη γονέων σεπτών ελευκάνθη

            και μείρακες ήδη τα βρέφη θα είναι

            αφ’ ότου της ξένης η άλμη μάς ζει.

 

Ο ναύτης με μόχθους ιθύνων το σκάφος

            εν μέσω λαιλάπων κι εν μέσω θηρίων,

            ο πλάνης περών των ερήμων τα πλάτη,

            προς τ’ άστρα το βλέμμα ποσάκις εγείρει

            ποθών να εικάση την πάτριον γην!...

 

Ω, πότε θα ρίψη αγκύρας το πλοίον

            εν μέσω λιμένος φιλτάτης πατρίδος;

            Ω, πότε θα κλίνη ο ναύτης τα στέρνα

            εν μέσω αγκάλης μνηστής ερωμένης;

            Βοήθει τους άνδρας ναυτίλους, Βορρά!

 

Εκεί εις εκάστου καλύβην πατρώαν,

            εκεί εις εστίας φαιδράν λαμπηδόνα,

            ή όπου το κύμα εκπνέει, την δείλην

            συνέρχεται όλος ο οίκος ευχέτης

            και κλαίει απόντας γονείς, αδελφούς.

 

Α, τις εορτή και φιλήματα ποία,

            οπόταν το φίλτατον έδαφος φθάσης,

εκεί όπου πρώτον τον ήλιον είδες

και φθίνει το στήθος πιστής σου συνεύνου

κι υγραίνεται τ’ όμμα μητρός γηραιάς!...