Γέρος και θάνατος

 

Ένας γέρος σε φτώχιας ανάγκη,

άλλον τρόπο να ζήσει δεν είχε,

χώρια ξύλα να κόφτει στον λόγγο,

μετά βιας το ψωμί του να βγάζει.

 

Μιαν ημέρα βαριά φορτωμένος,

περπατώντας σ’ ορθό μονοπάτι,

οχ τον κόπο και κάμα του ήλιου

την ανάσα να πάρει δε φτάνει.

 

Σ’ έναν όχτο τ’ ανάσκελα πέφτει

και στο μέγα πολύ κούρασμά του

τη ζωή του μισώντας βαριέται

και το Χάρο με πόθο του κράζει.

 

Να ο Χάρος ομπρός του πετιέται,

το δρεπάνι κρατώντας στο χέρι,

με άγριαν όψη και σχήμα τρομάρας,

-- Για με, γέρο, του λέγει, τι θέλεις;

 

-- Αχ, ο γέρος ευτύς αποκρίθη,

το ζαλίκι μου αυτό δεν μπορούσα

να σηκώσω· σε φώναξα ο δόλιος

να μου δώκεις ολίγη βοήθεια.

 

 

Επιστροφή