Το φιλί

 

Σοβαρεμένα κι άτρεμα κοιτούσανε τ’ αστέρια

τη νυχτοκόπα την ερμιά. Στης θάλασσας την άπλα

πανάρχαιο βαθυκέλαδο τραγούδι σκορπαχούσε

σαν ξάκουσμα γλυκύτατο καλόστρατης ονείριας.

 

Και μες σε γούβα μαλακή των άμμω φωλιασμένοι

σα φίδια φιληθήκαμε. Και τελειωμό δεν είχε

το φίλημα. Απ’ τα χείλια μας αναπιωμένη η θέρμη

με δρακοσφίχτρα πεισμωσιά τον πόθο σαλαγούσε

 

και φρένας θεοτράνταχτης ξεθέριευε σπαρτάρα.

Στα στήθια χάθηκε η καρδιά και το βουβό το στόμα

δάγκαε. Μισόκλειστα θολά τα μάτια αποσκληραίναν.

 

Αντράλας συνεφόκαμα ζοφιάζοντας μας κλούσε

και ύστερα αγέρι απόκοσμο πλεκάμενους μας πήρε

σε ξώριασμα αστροπλάνεφτο μες στου καιρού τη σβήση.

 

(Από τη συλλογή Η Αργώ και άλλα ποιήματα, Οξφόρδη 1921)

 

Επιστροφή