Ψυχής ιατρείον

 

 

Γυναίκα, λέω να βάλουμε κι ένα βαρέλι με κρασί,

που το χειμώνα θάρχονται κι οι φίλοι μας να πιούνε.

Στο υπόγειο ναν το βάλουμε με τη δροσιά την περισσή,

νάναι από κέδρο οι ντούγιες του και να μοσκοβολούνε.

 

Απ’ τη Νεμέα θα φέρουμε μούστο θυμώδη και ξανθό

σαν το λιοντάρι του Ηρακλή, που θάχει την ορμή του.

Ανήμερα τ’ Αη-Δημητριού (και με τον Άγιο βοηθό),

θ’ ανοίξουμε τον πείρο του να πιούμε την ψυχή του!

 

Τη νύχτα, που τα κούτσουρα θα καίν’ στο παραγώνι,

τα κάστανα θα ψήνονται στη θράκα από τη χώρα,

με ρούχα ογρά, που θα μυρίζουν άνεμο και χιόνι,

θάρχονται οι πίλοι μας πιστοί, καλόβολοι, όπως τώρα

 

Μέσα στο σπίτι το ζεστό θα λάμπουν τα ποτήρια,

τα λόγια θάναι της καρδιάς και της φιλίας σπονδές·

και γύρω, πίσω απ’ τα κλειστά του κήπου παραθύρια,

βουβοί οι θεοί μας θ’ αγρυπνούν με τις σκιές…

 

Γι’ αυτό σου λέω να βάλουμε κι ένα βαρέλι με κρασί

γλυκόπιοτο, αρετσίνωτο, φερμένο απ’ τη Νεμέα,

για το χειμώνα το σκληρό, πούρχεται φέρνοντας μαζί

την πίκρα, την ανάμνηση και την κακήν ιδέα.

 

[Περιοδικό Νέα Εστία, 1932]

 

Επιστροφή