Τρία σονέτα

της Ειρήνης Δεντρινού (1879-1974) :

 

- Μοναξιώτισσα

- Γεροντοκόρη

- Η αντίθεση

 

Μοναξιώτισσα

 

Σε ξερονήσι αργυροκυλάει η ζωή σου,

εκεί που ανθρώπου μάτι δε σε φτάνει.

Τα τρυφερά σου νειάτα, συλλογίσου!

του γάμου δεν εγνώρισαν στεφάνι.

 

Μα ποιος ξέρει τα βάθη της ψυχής σου

μην τάχει αποσκληρύνει κάποια πλάνη

κ΄ η μοναξιά που ζώνει το νησί σου

του πόνου σου μην έγινε βοτάνι!

 

Τα στήθια σου, ωιμέ, δεν τα ξυπνάει

η ηχώ του περασμένου η μακρυσμένη,

κι άχαρη, θλιβερή, η ζωή περνάει.

 

Ποιος ξέρει στην καρδιά την κοιμισμένη

σαν τι να λέγει ο ήχος του κυμάτου,

αγάπης λόγια ή μοιρολόι θανάτου;.-

 

Γεροντοκόρη

 

Ύφαινε πάντα ακούραστη και μόνη

και με φωνή θλιμμένη τραγουδούσε,

συμπλέκοντας υφάδι και στημόνι

με τη σαΐτα, που γοργά πετούσε.

 

Στοιβαχτό σε κασέλες καμαρώνει

το προικιό που καιρούς το λαχταρούσε,

μα ατάραχα κυλούν, διαβαίνουν χρόνοι

και νοιώθει, πως του κάκου καρτερούσε

 

του γάμου το ονειροΰφαντο στεφάνι.

Τα μαλλιά της τα χιόνια τα πυκνώνουν,

ζαρωματιές τα μάγουλα αυλακώνουν,

 

μα τη συνήθεια της δουλειάς δε χάνει :

Σα μηχανή μπροστά στον αργαλειό της,

υφαίνει τώρα πια... το σάβανό της.

 

Η αντίθεση

 

Ενώ το φως της λάμπας τρεμουλιάζει,

εκείνη τα ωραία δάχτυλα σαλεύει

και σε τούλι ψηλό – πώς δε δειλιάζει! –

ακούραστα δουλεύει, όλο δουλεύει.

 

Με το βελόνι τη ζωή αγοράζει,

μα και μ΄ αυτό το θάνατο αγναντεύει

στην αυγή της ζωής! Μα δε χαράζει

μέρα γι΄ αυτούς, που η Μοίρα αγριοπαιδεύει.

 

Κι όταν αχνή απ΄ τον κόπο και σακάτισσα

– να ζήσει δεν εμπόρεσε ακαμάτισσα! –

σε ψυχικού θα κείτεται κρεβάτι,

 

σε πλούσιο, μυριοφώτιστο σαλόνι,

σε ώμο γυμνό κυράς θα καμαρώνει

τη νταντέλλα του πόνου κάθε μάτι.-

 

Από κριτικό άρθρο του Πόλυ Μοδινού

στο περιοδικό Γράμματα, Τόμος 4, Αρ. 39 (1918), σ.734-736.