ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ

Αχ! σιχαμένε! έβαλες τον κόσμον εις το χέρι!
Για σένα κάθε σούσουρο και κάθε νταραβέρι·
συ έκανες τη βρωμογή μ’ αυτήν την προκοπή της
να γίνει ο χειρότερος του ουρανού πλανήτης.

Και όμως σου’ στησαν βωμούς σ’ όλους σχεδόν τους τόπους
όλα αυτά τα ξόανα όπου τα λεν ανθρώπους,
και αλληλοσκοτώνουνται για χάρη σου σα βόδια,
αντί να σε μουτζώνουνε με χέρια και με πόδια!

Συ άναψες πυρκαϊές σ’ όλα της γης τα πέρατα·
συ έκανες και φθήνηναν πολύ τα ξυλοκέρατα·
συ κάνεις το αφεντικό να χάνει το σκυλί του·
συ δεν αφήνεις κόκορα να στέκει στην αυλή του·

συ και τις κότες έκανες τ’ αυγά τους να σκορπίζουνε
κι αλλού να τρέχουν να γενούν κι αλλού να κακαρίζουνε.
Για σένα παίρνουν τα μυαλά των γυναικών αέρα
και χάνεται σιγά σιγά η ράτσα του πατέρα·

για σένα φεύγει το παιδί από την παραμάνα του
και χάν’ η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα του·
για σένα πάει το σταμνί πολλές φορές στη βρύση,
κι από το σύρε κι έλα του ξεχνάει να γυρίσει·

για σένα τρέχει το νερό κι απέξω από τ’ αυλάκι του
και κύλα-κύλα ο τέντζερης πηγαίνει στο καπάκι του.

 

 

Το βρήκα κάπου στο Διαδίκτυο και έκανα αντιπαραβολή με την ανθολογία Λύρα Ελληνική. Όμως εκσυγχρόνισα την ορθογραφία (και μόνο) σύμφωνα με τη σχολική.

 

Επιστροφή