Λύρα και... λίρα

του Πολυβίου Δημητρακόπουλου (1864-1922)

 

 

 

Στην εποχή που οι θεοί γλεντούσανε

στον Όλυμπο που είχαν τα παλάτια τους,

κι έπιναν δηλαδή και τραγουδούσανε

και, σαν ρωμιοί, εβγάζαν και τα μάτια τους·

 

 

 

Είχανε τον Απόλλωνα τον χαϊδεμένο

να ψέλνει τα τραγούδια κάθε ωραίας,

και τον Ερμή τον είχανε παραρριμένο,

κι ήταν ο ταχυδρόμος της παρέας.

 

 

 

Και όντας ο Απόλλωνας στο γλέντι απάνω

έπαιζε λύρα, που ήταν ένα θάμα,

έλεγε ο Δίας στον Ερμή : — Βρε τσαρλατάνο!

πάρε και πήγαινε στην Τάδε αυτό το γράμμα.

 

 

Άντε, μωρέ Απόλλωνα, πανάθεμά σε!

συ τραγουδάς και παίζεις κι εγώ τρέχω·

μα θα σε κάμω εγώ να με θυμάσαι,

που έχεις λύρα εσύ κι εγώ δεν έχω!

 

 

 

Τραβά κι εκειός αμέσως σε μια κάμερα,

κρύβεται δέκα μέρες, ένα μήνα,

κι εκεί, που λες, μονάχος και παράμερα,

φτιάνει μια λίρα που ήτανε... στερλίνα!

 

 

 

Μια μέρα το λοιπόν, εκεί στο γλέντι,

που πήγαινε κι ερχότανε το νέκταρ βίρα

τριγύρω από το Δία τον αφέντη,

και γρατσουνούσε κι ο Απόλλωνας τη λύρα·

 

 

 

 

Πετιέται κι ο Ερμής μέσα στη μέση

και λέει στον Απόλλωνα με φούργια :

Για κύττα λίρα πούχω εγώ, σ΄ αρέσει;

είναι στερλίνα ετούτη και καινούργια.

 

 

 

Ωχ! τ΄ ήταν κείνο το κακό που εγίνη,

πώς ναν το πω και ναν το μολογήσω!

τη θέση του ο Απόλλωνας αφήνει

και τρέχει, τρέχει στον Ερμή από πίσω.

 

 

 

Μα πού να φτάσει το θεριό εκείνο

που είχε φτερά σε πόδια και κεφάλι!

και από τότες τρέχουν ντεκοτίνο,

κ΄ η μία λύρα κυνηγάει την άλλη!...

 

 

 

Κι όπου σταθούν και πιάσουνε κουβέντα

κι ο ένας αντικρύ στον άλλο έβγει,

κάνει ο Απόλλων χίλια κομπλιμέντα,

μα ο Ερμής κουμπώνεται και φεύγει!

 

 

 

Μα όντας βρεθούν σε δείπνο σαν αδρέφια

κι οι δυο Θεοί το ρίξουνε στα κέφια,

ο κυρ Απόλλωνας τη λύρα παίζει,

κι ο κυρ Ερμής... πληρώνει το τραπέζι!...

 

 

 

Ημερολόγιον Σκόκου, Τόμος 26 (1911),  σ. 95-96.