Κάποιοι στίχοι

Έτσι όπως το λευκό χαρτί
περιμένει το μαύρο του συμβόλου
φυσάω τη σκέψη μου αποχρωματισμένη
ή σαν κεχρωσμένη λευκή δέσμη καπνού
διασκορπίζοντάς την.

* * *

Το παράθυρο απέναντι φώτισε ανησυχία
-- Όμοια της προσδοκίας ήχου τηλεφώνου --
στο πρώτο στάδιο ετοιμασίας του αυριανού εφιάλτη.

Και είπα: Στο ήσυχο νανούρισμα θα ακουστούν ετούτα 'δώ τα ίδια λόγια
-- όπως χαϊδεύουν και μιλούν τα πνεύματα --
απ' το παράθυρο του διψασμένου ενοικιαστή.

* * *

Στην τελευταία αντίσταση του βλέφαρου
η θάλασσα κι ο παφλασμός αραχνοΰφαντου νέφους σκοτεινιάζουν.

Προχώρησα ξεσκέπαστος
στη δροσιά που ανέβαινε με μορφή δηλητηρίου
αναζητώντας το χρώμα του στοιχείου περιβολής,
γαλάζιο ή μαύρο;

* * *

Στο χωμάτινο στενό λουόμενου Σαββάτου
ανάτειλε εικοσιοχτώ ημερών παρθένα σελήνη
να σχηματίσει τη σκιά του ήχου παλλόμενης κιθάρας.

Κι εγώ δεν ήμουν παρά των τελευταίων παραστάσεων απλός θεατής
καμένου ελαίου φθίνουσα φλόγα
να αναζητώ το στόμα που ψιθύρισε τη μελωδία.

* * *

Του θόρυβου η άπνοια υπνοβασία
αφουγκράζεται ερωτοτροπίες μισόφωτου
και πνίγεται σε παρασιτικές στριγγλιές του δρόμου.

Κοιτώ τη διαγώνιο της φλόγας
κι απομονώνω βαθιά μου στην αρχή της
την απελπιστικά μοναχική έκκληση του γρύλλου.

* * *

Το ανεπαίσθητο λίκνισμα ζωντανεύει τη νύχτα
αποστομώνοντας τους μύθους της
με τις μισάνοιχτες λυχνίες αγοραίων ωρών.

Και συντροφεύω ακόμη μια φορά τη γερασμένη σκέπη των άστρων
περπατώντας τους πρωινούς περιπάτους της μουσικής
πιασμένος γερά στις χειρολαβές της ημέρας.

* * *

Η επιστροφή ενός κατηγορούμενου ως δολοφόνου
στον τόπο του "μοιραίου", μπορεί να 'ταν και τυχαία.

Ο νυχτερινός περίπατος ακολουθούσε τους ήρεμους παλμούς της ευτυχίας
μολονότι σε μια στιγμή πνιγμένης κόκκινης ανταύγειας ανησύχησε.

Συνέχισα πλέον ως αυτόπτης μάρτυρας.

* * *

Οσο πιο αργά μακραίνει η μέρα
τόσο τα σύννεφα συνθέτουν ουρανό
τόσο τα κύματα απλώνουν τη θάλασσα
τόσο τα μνήματα ανασταίνουν νεκρούς
τόσο ανεβαίνει ο νους
να συλλάβει ανάερα σχήματα
τόσο μακραίνει ο Θεός...

* * *

Κοιμίζω μια μέρα θλιμμένη εξ αρχής
στους τοίχους σιγά ξεθωριάζει το χρώμα
λιμνούλα η ματιά σου από στάλες βροχής
στον πόθο παραδίδει το σκοτάδι το σώμα

Ακρόπολη στη μέση από κεραίες σιωπής
προβολείς που φωτίζουν μια δόξα αρχαία
ποιος θα γνώριζε το βράχο στο φως της αυγής
αν δεν ήσουνα εσύ να σηκώσεις σημαία

Κι αν έλειπες απόψε περιστέρι στοργής
-- κολάστηκε η μέρα να ζητά το φιλί σου --
δεν θα ήσουνα ο ιστός στο ταξίδι της γής
κι ο ίσκιος ακόμα μαρτυρά τη μορφή σου.

Εδώ στους μικρούς τους θεούς τους ανθρώπους
θυμήθηκε η μέρα πως έχει εποχή
κι αν απλώθηκε ο ήλιος πάνω απ' όλους τους τόπους
το διαμάντι που άστραψε, ήσουνα εσύ.