Πώς ήθελα να πέθαινα…

 

Πώς ήθελα να πέθαινα, έτσι απλά κι ωραία…

Να ’ναι το πάρκο σιωπηλό, περίλυπη η αλλέα,

και πέρα, προς το σβήσιμο των δέντρων, καβαλλάρη

να βλέπω να ’ρχεται σ’ εμέ το Χάρο να με πάρει·

 

να ξεπεζεύει το κομψό κορμί με σβελτοσύνη,

να μου προσφέρει τ’ άσαρκα τα δάχτυλα βοήθεια,

κι εγώ να νιώθω πλάι του μια τέτοια εμπιστοσύνη,

κι έτσι σαν κύμα ανάπαψης στα πικραμένα στήθια.

 

-- Πόσο καθάριο της ζωής το νόημα μπροστά μου!--

Κι ενώ θα κάνει μου τιμές εκείνος σαν ιππότης,

εγώ καθώς τριαντάφυλλο να βγάλω την καρδιά μου,

να του τη δώσω με ορμή μιανής αγάπης πρώτης!

 

(Περιοδικό Νέα Εστία, 1931)