ΔΥΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

του Γιάννη Δάλλα

 

1

Γαύρε Ουρανέ τ’ ορκίστηκα να σε γκρεμίσω κάτου

θα σε παλέψει ο Διγενής στ’ αλώνια του Θανάτου

Θυμήσου πού παράβγαινα μερόνυχτα, σα λιόντας,

τον ήλιο,  πολεμώντας.

 

Εγώ ’μαι που όταν μ’ έσπερνε μες στ’ άκραχτα χαράματα

μάννα τσιγγάνα μ’ έπαιξε στα χέρια. Και κατάματα

ώρες πολλές τ’ αντίκρυσα  να τ’ αντηχούν οι πόντοι

της Γης τ’ αστραποβρόντι.

 

2

Στην Παναγιά σου επήγαινες μ’ ένα κερί στο χέρι.

Κι ό Χάρος που σ’ αγάπησε σου ’στησε εδώ καρτέρι.

Αδικοχαλασμένε μου! . .   Παν τα στερνά σου, πάνε,

καμπίσε και τζομπάνε.

 

Στα τρίστρατα κατάστρατα κορμιά καρβουνιασμένα.

Οι νιοι. Μια πούλια της αυγής, χιλιοπομπή η παρθένα.

Κι ένα που  δεν εχρόνιασε, κομμένη εκορφολόγα

της μάνας του τη ρόγα.

 

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος αρ. 7 (Β’ περίοδος) του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (15.7.1948). Εκσυγχρόνισα την ορθογραφία.

 

 

Επιστροφή στην Ανθολογία ποιημάτων από τα Ελεύθερα Γράμματα

Επιστροφή στις Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA