Βίβλος Γενέσεως

 

Ιστορίες απλές σαν τίποτα.

Γραμμένες από το Φώτη Ν. Κόντογλου

ط

 

ΕΔΩ μέσα έχω καταγραμμένους όπως λάχει, δίχως τέχνη, κάποιους ανθρώπους του τόπου μου, από κείνη τη βλογημένη τη γενιά που πέρασε κι έσβησε στην Ανατολή. Λογαριάζω πως πεθαίνοντας αυτοί, πέθανε κι ο αρχαίος ο κόσμος. Η Ανατολή σκοτείνιασε, κι απόμεινε το Βασίλεμα, για να φέγγει απάνω στον πονηρό τον κόσμο.

Η ιστορία του καθενός από δαύτους είναι απλή σαν ένα τίποτα, και πολλοί θα πούνε «τι είναι τούτα;» και δε θα τα καταδεχτούνε. Μακάριος όποιος ζεσταθεί από δαύτες κι όποιος νοιώθει τη χάρη που έχει ο απλός ο άνθρωπος.

Οι απλοί κι οι καταφρονεμένοι μάς μαθαίνουνε κάποια πράματα, που δε θα μας τα μάθουνε ποτές οι σοφοί με τη σοφία τους.

Τα πολύπλοκα και τα μπερδεμένα ταράζουνε κι αγριεύουνε τη ψυχή μας, τα απλά την ειρηνεύουνε.

Ο Χριστός μάς παράγγειλε να’ μαστε απλοί, και να’ ναι τα λόγια μας ναι ναι, και όχι όχι, «το δε περισσόν τούτων εκ του πονηρού εστίν».

 

Ο Καπετάν Γρίτσας

 

ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ ήτανε το παράνομά του, Νικόλας το βαφτιστικό του. Εγώ τον έφταξα ίσαμε εβδομήντα χρονώ.

            Ήτανε κοντός, ξερόσαρκος, γερακομύτης, με βρακιά. Στενά δεν έβαλε ίσαμε που πέθανε, γιατί το’ χε σε ντροπή να βάλει φράγκικα, να φαίνουνται τα πισινά του. Παπούτσια έβαζε όποτε πάγωνε η θάλασσα στα μέρη της Βλαχιάς που ταξίδευγε.

            Καπετάνεψε από πολύ νιος. Στα 1865 είχε μια μπομπάρδα και ταξίδευγε στην Πόλη, στο Γαλάζι και σ’ άλλα μέρη στη Μαύρη Θάλασσα. Πενήντα χρονώ μέρες δούλευε στη θάλασσα και δεν έπαθε ποτές, μπορεί να κιντύνεψε, μα μήτε ζημιές μεγάλες έπαθε, μήτε σιβιρτάρισε, μήτε αρρώστησε, μήτε πράμα έριξε ποτές στη θάλασσα, τόσο τυχερός άνθρωπος ήτανε. Είχε έναν γέρο γεμιτζή μαζί του ίσαμε τριάντα χρόνια, που τον λέγανε Γουρσουζλεμέ, επειδής τη γουρσουζιά την κουβάλαγε μαζί του όπως κουβαλά η καμήλα την καμπούρα της. Σ’ όποιο καΐκι τον παίρνανε, κείνο το καΐκι γιά θα βούλιαζε, γιά θα πέθαινε ο καπετάνιος, γιά θα πάθαινε άλλο κατιτίς. Τόσο, που στο τέλος δεν τον έπαιρνε κανένας και κατάντησε να ζητιανεύει. Τον επήρε το λοιπόν ο Γρίτσας και τον είχε τριάντα χρόνια, ίσαμε που πέθανε, και δε φτάνει που δεν έπαθε τίποτα το καΐκι του, μόνε από τότες γύρισε κιόλας η τύχη του καπετάν Νικόλα και στα καλύτερα, κι έπιασε πολύν παρά στα χέρια του και παντρεύτηκε τη Ζαχαρώ και βλογήθηκε το σπίτι π’ ανοίξανε και φτυχήσανε.

            Την ησυχία του δεν την έχανε ποτές, δεν ταραζότανε, δε συχυζότανε ποτές. Ο κόσμος χάλαγε, φουρτούνα κιγιαμέτι, ο καπετάν Νικόλας ήτανε ήσυχος και βλογημένος. Ή στον καφενέ καθότανε, ή στη Μαύρη Θάλασσα χαραπάλευγε, το ίδιο ήτανε. Βάλε μια πέτρα μέσα στο πάπλωμα κι ύστερα βάλ’ τηνε κατάκαβα να τη χτυπάνε οι θάλασσες Γενάρη μήνα▪ αλλάζει ολότελα κείνη η πέτρα; έτσι ήτανε κι ο καπετάν Γρίτσας. Άλλοι γεμιτζήδες γκρινιάζανε, αυτός καθότανε σαν πατριάρχης και βαστούσε το διάκι με το’ να το χέρι και το κομπολόγι με τ’ άλλο, δίχως να μιλήσει τίποτα. Μονάχα σαν τον ρωτούσε κανένας, έλεγε αδιάφορα «Καιρός του Θεού είναι, βρε. Ατμόσφαιρα είναι, θα μπουρινιάσει. Μηδέ μαχαίρια βαστά, μητέ πιστόλια τραβά».

            Καθότανε ήσυχος, μα τα μικρά τα μάτια του ήτανε σαν τ’ αητού, καρφωμένα μπροστά του. Το ένα το ποδάρι του το’ χε διπλωμένο και καθότανε απάνω του, και με τ’ άλλο πάταγε στη σκότα ή στα σκοινιά της ράντας. Έλεγε πως ο γεμιτζής πρέπει να’ ναι πάντα ξυπόλυτος, χειμώνα καλοκαίρι, για να μη γλυστράνε τα παπούτσια του.

            Μια χρονιά έκανε βαροχειμωνιά, και δυο – τρεις καπετανοί Αϊβαλιώτες, που βρεθήκανε τα ταξιδεύγουνε στη Μαύρη Θάλασσα, όλοι τους πάθανε, μα ο Γρίτσας δεν έπαθε τίποτα. Οι δυο πνιγήκανε, κι ένας άλλος βγήκε μισοπεθαμένος στα καβάκια απάνου σε μια σανίδα κι ήρτε στο Αϊβαλί ύστερα από καιρό με κομμένα και τα δυο τα ποδάρια του.

            Σε καιρό που καζάντησε παράδες και παντρεύτηκε, φόρεσε σαλβάρια ραμμένα στον πιο καλόν τον ρωμηοράφτη, κι έβαλε και τσουράπια με τάκο, και παπούτσια καλά, τα λεγόμενα πάπιες. Πήρε στο σπίτι του κι έναν μάστορα Μυτιληνιό και του’ κανε ανάλια σ’ ούλο το κορμί του, δηλαδή πλουμίδια κεντημένα απάνου στο πετσί του. Τον πλέρωνε τρία μετζίτια τη βδομάδα, τον τάγιζε καλά, τον πότιζε. Απάνου στ’ αστήθια του παράστησε την Αγιά Σοφιά,

με δεκοχτώ καμπαναριά

κι εξηνταδυό καμπάνες.

Κάθε καμπάνα και παπάς,

κάθε παπάς και διάκος.

Από το δεξί μέρος παρουσίασε τον Άγιο Νικόλα, κι από το ζερβί τον Άγι’ Αντώνη. Αυτά μου τάδειχνε ο ίδιος. Ύστερα ανεσκούμπωνε τα μανίκια του και μούδειχνε τα χέρια του. «Από δω, στο δεξί το χέρι, γλέπεις, Φωτάκη, τούτο το σκέδιο; Είναι ο Έρωντας με τη σαγίτα, και σαγιτεύγει (άφηνε το δεξί και ξεγύμνωνε τ’ αριστερό και μούδειχνε τ’ άλλο το σκέδιο) τη Ζαχαρώ, π’ αγαπιόμαστε από τότες που πάγαινε σκολείο». Από το γήρας, τα χέρια του είχανε γίνει σα ρίζες στριφτές, οι φλέβες παραμορφώσανε τα σκέδια κι ο Έρωντας είχε γίνει σα διάβολος, η δε Ζαχαρώ με τα ξέμπλεκα τα μαλλιά, ήτανε σαν ανθρωποφάγος. Ο Μυτιληνιός ο αναλιτζής τον τυράγνησε ίσαμε τρεις βδομάδες, κι ο Γρίτσας μούγκριζε σα θεριό. Άναβε μπαρούτι και λιβάνι κάτου απόναν κεσέ κι έπαιρνε την κάπνα και κεντούσε τα σκέδια με τη βελόνα, κι ο Γρίτσας δάγκανε το ζουνάρι του απ’ τον πόνο.

            Μ’ όλο που γεννήθηκε σκληρός άνθρωπος, πάντα του ήτανε γλυκομίλητος και χωρατατζής. Βιβλίο να ’χες, να γράφεις τα λόγια του, τέτοιο χάρισμα είχε από Θεού αυτός ο απελέκητος ο άνθρωπος, που δεν το ’χουνε μήτε δασκάλοι, μήτε γιατροί, μήτε λογής – λογής σπουδαγμένοι. Πίκρα δεν τον άγγιξε, εξόν αν είναι πίκρα ένα παράπονο οπού’ χε, πως δεν έκανε αρσενικά παιδιά, μόνο έκανε ούλο κορίτσια. Κι επειδής ήθελε νάχει στο καΐκι του έναν δικό του άνθρωπο να τον αφήνει στο ποδάρι του, πήρε τη μεγάλη την κόρη του, τη Ρήνη. Η Ρήνη λοιπόν, ίσαμε να γίνει δεκαοχτώ χρονώ, ήτανε ντυμένη με βρακιά, και δούλευε σα να ’τανε γεμιτζής ασερνικός. Ανέβαινε στα ξάρτια, στιγκάριζε τα πανιά καβαλλικεμένη στις αντένες, κυβερνούσε το καράβι, μ’ έναν λόγο δεν ξεχώριζε από άντρας.

            Μια μέρα, γυριζάμενος απ’ τη Βλαχιά, φουντάρισε στο Ταλιάνι, ίσαμε να γυρίσουνε τα ρέματα για να μπει μέσα στο μπουγάζι τ’ Αϊβαλιού. Όπου ακούγει και τον χουγιάζανε από τη στεριά δυο τρεις τούρκοι ζαπτιέδες αρματωμένοι, και ρίξανε και στον αγέρα. Ο Γρίτσας έστειλε τη φελούκα, και μπήκανε μέσα οι τούρκοι, και πήγανε απάνου στη μπομπάρδα, κι ήτανε ματοχωμένοι κι αγριεμένοι. Σαν ανεβήκανε απάνου, πετάξανε στην κουβέρτα δυο κομμένα κεφάλια. Ύστερα τούπανε να σαλπάρει και να τους πάγει στ’ Αϊβαλί. Τα κεφάλια ήτανε τ’ Αλέξη του Νταλακλή και του Γιάννη του Κεφάλα, που τους είχανε σκοτώσει πριν από λίγη ώρα στ’ Αγιού Γιαννιού τη Λαγκάδα, κι είχε γίνει μεγάλος θρήνος, σκοτωθήκανε τέσσερις – πέντε τούρκοι μαζί με τον όνμπαση. Την άλλη μέρα τα μπαλσαμώσανε και τα κρεμάσανε στο Κονάκι.

            Στα 98 αγόρασε ένα τσερνίκι, που ’ναι καΐκι φαρδομάγουλο με πανί σακολεβίσο και με γάμπια στ’ άλμπουρο. Τότες ήτανε πενηνταέξη χρονώ. Ταξίδευγε στην Πόλη, φορτωμένος λάδια και σαπούνια. Κάμποσα χρόνια δούλεψε με το Στέλιο τον Καρνιαγούρο, που ήτανε και κείνος γεμιτζής και ταξιδεύγανε μαζί στη Μπραΐλα. Ύστερα πλούτισε κι άνοιξε μαγαζί στην Πόλη, κι έγινε λαδέμπορας. Τότες που ήτανε ακόμα καπετάνιος, είχε συνήθειο να φουμάρει αργκιλέ κι απάνου στο καΐκι. Με τόνα χέρι βαστούσε το διάκι, και με τ’ άλλο το μαρκούτσι, ας έκανε και θάλασσα. Μορφάνθρωπος, μεγαλάνθρωπος, είχε βάλει και φράγκικα άμα παράτησε τη θάλασσα. Οι τούρκοι τον βαστούσανε σε μεγάλη υπόληψη.

            Μια μέρα, ο Γρίτσας ήτανε στο Χαβιαρόχανο της Πόλης, μαζί με τον Καρνιαγούρο και μ’ έναν τούρκο Βασίφ εφέντη, που τον λέγανε Λουκμά, και πίνανε καφέ. Όπου άξαφνα ο Καρνιαγούρος γίνηκε αλλοσούσουμος, έγειρε, έγειρε, κι έπεσε χάμω με την καρέκλα. Ίσαμε να τον σηκώσουνε, ήτανε πεθαμένος, νταμλάς τον χτύπησε.

            Ύστερα από’ να δυο χρόνια έπιασε άλλη γραμμή και ταξίδευγε στη Σμύρνη. Το τσερνίκι το’ κανε πένα, που’ ναι αρματωσιά πιο βολική στο κουμαντάρισμα, μ’ ένα ίσιο άλμπουρο. Αυτό το καΐκι το δούλεψε ίσαμε που γεράσανε μαζί κι οι δυο τους.

 

 

            Στα τελευταία, αγόρασε ένα πέραμα και δούλευε μέσα στο μπουγάζι τ’ Αϊβαλιού. Δυο τρεις φορές μονάχα πήγε ίσαμε τη Μυτιλήνη. Στην αρχή είχε μαζί του έναν άλλο γέρο, ύστερα δούλευε μοναχός του. Η Ρήνη είχε γίνει μοδίστρα.

            Είπε πια να γεροκομηθεί στην Αγία Παρασκευή, στο Μοναστήρι. Κουβαλούσε τους προσκυνητές, τις κουμπάνιες, το γάλα π’ αρμέγανε από τα πρόβατα, και το’ να και τ’ άλλο. Τα κότσια του βαστούσανε καλά, το φως του δεν κόντηνε, τα δόντια του ήτανε στον τόπο τους. Σαν έκοβε καμμιά φορά το χέρι του ή το ποδάρι του με το σκεπάρνι, το βούταγε στη θάλασσα, τόδενε μ’ ένα λουρίδι και σε δυο μέρες έραβε η πληγή.

            Το καλοκαίρι έπαιρνε μαζί του στο πέραμα και τη Ζαχαρώ. Μαγειρεύγανε μέσα στο καΐκι, ή στην ακρογιαλιά. Σαν ήτανε μπουνάτσα κι έκανε ζέστη, έβλεπες τον Γρίτσα να τραβά κουπί με το σώβρακο, αγάλια κι ήσυχα, και να καπνίζει η φουφού π’ άναβε κοντά στην πρύμνη. Της Ζαχαρώς φαινότανε μονάχα τ’ αράπικο το κεφάλι, γιατί καθότανε χαμηλά στ’ αμπάρι και μαγείρευε, με μια τέντα αποπάνω τους, κι έλεγες πως βλέπεις από μακρυά κανένα από κείνα τα μονόξυλα που διαβάζεις στο βιβλίο του Ρομπινσώνα.

            Τα χρόνια αλλάξανε, οι ανθρώποι πονηρέψανε, μα ο Γρίτσας δεν άλλαξε ολότελα. Απόμεινε απλός και μονοκόμματος σαν που ήτανε πρωτύτερα. Πολλές φορές που ταξιδεύαμε μαζί, τον έπαιρνε ο νύπνος και καθόμουνε εγώ στο τιμόνι, και τον ξύπναγα όποτε ήτανε για να γυρίσουμε τα πανιά, σαν ήτανε ο καιρός από μπροστά και βολτατζέρναμε, βοριάς καργάδος. Αλλά τις πιο πολλές φορές κουβεντιάζαμε, κει που σκαμπανέβαζε το πέραμα και μας ραντίζανε οι θάλασσες που χτυπούσανε στη μάσκα και μοσκοβολούσανε.

            Πριν λίγο καιρό είχε γυρίσει στ’ Αϊβαλί τ’ ανήψι του ο Θρασύβουλας, με φράγκικα ρούχα και με πολλά λεφτά, που τα ’χε κάνει στο Μούδρο στα χρόνια του πολέμου. Αγόραζε τα τομάρια από τα βόδια που σφάζανε οι Εγγλέζοι. «Ήφερε πολλά πράματα, ήφερε κι έναν καφενέ ξυλένιον, βιδωτό, κι έχει μέσα τ’ πουλιού το γάλα. Έχει καφέ. Σα δε θέλεις καφέ, έχει λουκούμι. Σα δε θέλεις λουκούμι, έχει πιοτό. Σα δε θέλεις πιοτό, έχει και κομπόστα, με το κουτάλι».

             Μια βραδιά του καλοκαιρού καθόμαστε και κουβεντιάζαμε ίσαμε τα μεσάνυχτα, και λόγο με το λόγο ήρτε η κουβέντα για το Ματσούκα, που πήγε στην Αμερική και μάζεψε λεφτά κι έκανε ένα πολεμικό καράβι. Ο μπάρμπα Νικόλας θάμαξε «Μπρε!… τέτοιος άνθρωπος ξακουσμένος και να μην τον ξέρουμε. Θα τον ξέρει ο Θρασύβουλας κι η δημογεροντία που πάνε στον ξυλένιον τον καφενέ». Την άλλη μέρα πήγε στ’ Αϊβαλί, κι ύστερα από δυο μέρες, σα γύρισε στην Αγία Παρασκευή, μου λέγει «Ψες γίνηκε κουβέντα στον καφενέ γι’ αυτόν το Ράβδα, και δεν τον ήξερε κανένας».

Κουβέντιαζε με δικό του τρόπο, τα λόγια του ήτανε σαν πετράδια.

«Μια φορά ήταν ένας βασιλές, κι έβγαλε ντελάλη κι είπε «Όγοιος (όποιος) ποιγητής κάνει το γιο (πιο) καλό ποίγημα, θα πάρ’ από τα χέρια τ’ βασιλέ τούτο το μαλαματένιο τ’ αραμπαδάκι». Πήγε ένας ποιγητής, είπε το ποίγημά τ’. Δεν είπε τίποτα ο βασιλές. Πήγε άλλος ποιγητής, είπε το ποίγημά τ’. Δεν είπε τίποτα ο βασιλές. Πήγε κι ένας άλλος ποιγητής κι είπε το ποίγημά τ’:

«Αν κάν’ ο Μάρτης δυο νερά

κι Απρίλης άλλο ένα,

χαρά σε κείνον το ζεβγά,

πο' χει στη γης σπαρμένα».

Τότες λέγεις ο βασιλές «Πάρτο, πάρτο, δικό σ’ είναι τ’ αραμπαδάκι».

Πέθανε ίσαμε ογδονταπέντε χρονώ, στον κόρφο της Γέρας. Και δεν πέθανε μέσα σε σπίτι, μόνο μέσα στο πέραμα, πρόσφυγας, γυμνός κι αραγανός.

 

 

 

 

 

 

        Ο κυρ Γιαννακός ο Σεβίλης

 

ΛΕΓΑΝΕ για τ’ Αϊβαλί πως έβγαζε τους πιο μεγαλόκορμους και τους πιο καλοκανωμένους άντρες μαζί με την Κρήτη. Ήτανε κι οι πιο μερακλήδες στα ρούχα και στα φερσίματα. Εκείνο όμως που τους στόλιζε περισσότερο ήτανε η σεμνότητα κι η ευσέβεια. Έβλεπες παλικάρια θηρία, να στέκουνται στην εκκλησιά με φόβο Θεού, σαν τα μικρά τα παιδιά. Αθώες ψυχές μέσα σε κορμιά γερά. Και τρία λόγια!

            Ο πιο παλικαρίσιος μαχαλάς ήτανε η Κάτω Χώρα. Εκεί πέρα ήτανε ένα σωρό καφενέδες και ταβέρνες, τ’ Ασημένιου ο καφενές, του Κονταρά, του Βαγγέλα κι άλλοι, οι ταβέρνες του Μπαγιώρη και του Στριγγάρου. Την Κυριακή ήτανε γεμάτες τέτοιον κόσμο.

            Οι ταβερναροί ξεχωρίζανε στην παλικαριά, μα ήτανε ήμεροι στο πρόσωπο, γλυκομίλητοι, πλην λιγόλογοι και σοβαροί. Νοικοκυραίοι ανθρώποι, καλοφορεμένοι, με τ’ άσπρα τα πουκάμισα, καλοχτενισμένοι, καλοξουρισμένοι, αρχοντικοί ανθρώποι. Σα να ’χανε κάποιο αξίωμα. Αν τύχαινε να μαλώσουνε τίποτε μουστερήδες και να τραβήξουνε μαχαίρια, ο ταβερνάρης έμπαινε στη μέση δίχως χειρονομίες και δίχως πολλά λόγια και παρευτύς ειρηνεύγανε.

            Το καλοκαίρι καθόντανε απέξω από τους καφενέδες, και σαν περνούσε κανένας παπάς, βγάζανε τις κατσούλες τους κι ανεσπαζόντανε το χέρι του. Κάθε βράδυ περνούσε ο Δεσπότης και πήγαινε περίπατο ίσαμε το Νοσοκομείο. Μπροστά πήγαινε ο καβάης, ο Νικόλας ο Γιακουπής, καμαρωτός, με το φέσι, με τα χρυσά τα κουμπιά, κι από πίσω ερχότανε ο Δεσπότης βαστώντας το μπαστούνι με τ’ ασημένιο το πόμολο, και βλογούσε το λαό. Μονομιάς σηκωνόντανε όλοι από τις καρέκλες και στεκόντανε ξεσκούφωτοι, ίσαμε να περάσει ο Δεσπότης.

            Έπρεπε λοιπόν να δεις το μπάρμπα Γιαννακό το Σεβίλη, για να πάρεις μιαν ιδέα για τούτο το γένος που σου μιλώ. Όχι για την παλικαριά, γιατί ο μπάρμπα Γιαννακός ήτανε νοικοκύρης ειρηνικός και περασμένος, αλλά για το μεράκι.

            Στο μπόγι ήτανε κανονικός, χοντρούτσικος, μορφοκανωμένος, στρογγυλοπρόσωπος, κοκκινομάγουλος, ολοένα γελαζούμενος, μ’ όλο που τόνα το μάτι του ήτανε βλαμμένο. Τα χέρια του ήτανε φουσκωτά σαν δεσποτικά, τα ποδάρια του μικροκανωμένα, όπως είναι στους περισσότερους ανατολίτες. Τα ρούχα του σαν χυτά καθόντανε απάνω του, τα γιλέκια του, τα σαλβάρια του, οι κάρτσες του, όλα ζωγραφιστά. Στο κεφάλι φορούσε ένα φέσι τουνεζλίδικο ίδιο με κορώνα, και γύρω – γύρω το στολίζανε τάσπρα κατσαρά μαλλιά του, σα γλάστρα βασιλικός. Τα σαλβάρια του ήτανε μακρυά, ίσαμε από πάνου από τ’ αστραγάλι, και το ζουνάρι του μεταξωτό ταράμπουλουζ τρία δάχτυλα στενό, όπως συνηθίζανε οι νοικοκυρέοι.

            Το καλοκαίρι έβγαινε από το σπίτι και πάγαινε στο παζάρι δίχως σάκκο, πάντα κατακάθαρος, με το πουκάμισο και με το γιλέκι. Από τη μια τσέπη του γιλεκιού του κρεμότανε η χρυσή καδένα του ρολογιού του και στο λαιμό του το μαύρο κορδόνι με τα ματογυάλια, που τα ’χε στην απάνω τσέπη.

            Το χειμώνα έβαζε μια γούνα ακριβή, δουλεμένη με πολλή ψιλοδουλειά. Φορούσε τσουράπια κάτασπρα, και στα ποδάρια του έβαζε κάτι παπούτσια, τα λεγόμενα πάπιες, με πατημένη φτέρνα σαν παντόφλες. Αυτά τα παπούτσια τα λέγανε πάπιες, γιατί είχανε κάτι μύτες πλατιές και στρογγυλές σαν τη μύτη της πάπιας, και τις φορούσανε οι γεροντότεροι κι οι καλοί – καλοί. Και τα βάζανε με πατημένη φτέρνα οι μερακλήδες, έτσι τόχανε μανία, να πατάνε στο λασπωμένο καλντερίμι το χειμώνα και να μη λασπώνονται τα τσουράπια.

            Ο μπάρμπα Γιαννακός περπατούσε αλαφρά σαν παλικαράκι. Την πρωτοχρονιά πάγαινε να χαιρετίσει στον Απάνω Μαχαλά, πρόφταινε από τα Ταμπακαριά ίσαμε την Κάτω Χώρα. Πολλές φορές τα καλντερίμια ήτανε λασπωμένα και γλυτζερά, μολαταύτα οι φτέρνες τού μπάρμπα Γιαννακού ήτανε κατακάθαρες, με τέτοια προσοχή και πιδεξοσύνη περπατούσε.

            Στην τσέπη του γιλεκιού του είχε κι ένα κουτάκι στρογγυλό ασημοπλουμισμένο κι έβαζε μέσα τον ταμπάκο του, είχε κι ένα άλλο κουτάκι τεφαρίκι, στο ζουνάρι του, κι είχε μέσα ένα κομμάτι τεμπεσίρι το λεγόμενο κιμωλία. Σα τύχαινε να πιτσιλιστεί πουθενά η κάρτσα του, ο μπάρμπα Γιαννακός ανεσήκωνε το καλαμοβράκι του, έβγαζε το τεμπεσίρι και καλλιγραφούσε όπου λάχαινε να ’ναι πιτσιλισμένο τ’ άσπρο το τσουράπι του.

            Στον Άγιο Γιώργη ήτανε η ενορία του. Ήτανε μιαν εκκλησιά πολύ μεγάλη κι ακριβοχτισμένη στ’ όνομα τ’ Άγιου Γιώργη του Χιοπολίτη που μαρτύρησε στο Αϊβαλί στα 1807, σε καιρό που ήτανε παλικάρι ο πατέρας του μπάρμπα Γιαννακού, κι είχε δει με τα μάτια του τον αποκεφαλισμό του.

            Ίσαμε που γέρασε, έψελνε σε κείνη την εκκλησιά, αριστερός ψάλτης. Δεξιός ήτανε ένας Γιώργης Ρίνας, ο λεγόμενος Τρίφτης, επειδής ήτανε βλογιοκομμένος.

            Κάνανε μεγάλο πανηγύρι οι Αϊβαλιώτες. Αποβραδύς κουβαλούσανε στο παζάρι ένα αγκωνάρι ματωμένο, μια σαρμουσακόπετρα, στο μέρος που μαρτύρησε ο Άγιος Γιώργης, κι ο κόσμος άναβε κεριά και τα κολλούσε σε κείνη την πέτρα και στα μεγάλα τα μανάλια που τα ’χε μαστορέψει με πολλή τέχνη ο Νικόλας ο Μπακιρνάκας. Οι τούρκοι τα βλέπανε και δε μιλούσανε.

            Ανήμερα, γινότανε η λειτουργία με μεγάλη κατάνυξη, δεν απόμνησκε σε σπίτι κανένας, μηδέ μικρός μηδέ μεγάλος, μόνε γέμιζε κείνη η μεγάλη εκκλησιά από μέσα κι απόξω. Ο Δεσπότης κι οι παπάδες ήτανε δακρυσμένοι, οι γυναίκες και τα μωρά κλαίγανε. Κείνη την ημέρα, από τις έντεκα εκκλησιές που ’χε τ’ Αϊβαλί, μαζευόντανε στον Άγιο Γιώργη όλοι οι παπάδες κι οι ψαλτάδες. Εκειπέρα έβλεπες ελληνισμό και χριστιανωσύνη! Εκειπέρα ανετρίχιαζε κι ο πιο αναίσθητος άνθρωπος, κι όποιος ήθελε να κλάψει, εκειπέρα έπρεπε να βρεθεί. Να κλάψει και μαζί ν’ αναγαλλιάσει, όπως θωρούσε κείνο το μεγαλείο πο'χει η ορθοδοξία, η κατατρεγμένη κι η ματωμένη, κι άκουγε είκοσι ψαλτάδες και πενήντα κανόναρχους, να ψέλνουνε μια παλικαρίσια ψαλμωδία. Ακόμα κι οι τούρκοι φαινόντανε στεναχωρημένοι, γιατί ήτανε και κείνοι γεννημένοι από την ίδια τη μάνα, που μεταδίνει στα παιδιά της το πάθος της καρδιάς και κείνη τη σπλαχνικιά αθωότητα που δε βρίσκεται σ’ άλλον τόπο.

            Αυτά τα πανηγύρια γινόντανε από ανθρώπους θλιμμένους, απάνω σε μνημούρια ματωμένα. Η ορθοδοξία τότες ήτανε σαν και κείνη τη μάνα τη βασανισμένη, που την πονάνε τα παιδιά της πιότερο, παρά σαν είναι καλοπερασμένη. Αγάπη αληθινή είναι μονάχα κείνη πούνε πονεμένη αγάπη, απάνου σε τέτοιαν αγάπη θεμέλιωσε ο Χριστός τη γλυκιά την πίστη του.

            Αυτοί οι άνθρωποι βρέχανε το γιατάκι τους με δάκρυα και πηγαίνανε στην εκκλησιά και δοξολογούσανε το Θεό π’ αξίωσε ν’ αγιάσει ένας άνθρωπος αμαρτωλός, που ζούσε ίσαμε ψες ανάμεσά τους, και παράδωσε το κορμί του κουρμπάνι για την πίστη μας, όπως ο Χριστός παράδωσε το δικό του το κορμί για να μας δείξει την αληθινή την αγάπη.

            Τον Άγιο Γιώργη τον τυράγνησε ο μπόγιας πολλές ώρες και τον αποκεφάλισε τα μεσάνυχτα στις 26 Νοεμβρίου 1807. Κανένας δεν κοιμήθηκε κείνη τη νύχτα, κανένας δεν ανάπαψε το κορμί του, κι οι αρρώστοι αγρυπνούσανε στο γιατάκι τους και κλαίγανε και λέγανε «Κύριε ελέησον! Κύριε ελέησον!». Αλλά κι ύστερ’ από τόσα χρόνια, κάθε παραμονή, λιγοστοί σφαλούσανε μάτι, κι ο καιρός ήτανε πάντα μπουρινιασμένος και κλαμμένος κείνη την ημέρα.

            Αφού για όλον τον κόσμο ήτανε κατανυχτική κείνη η μέρα, για τον μπάρμπα Γιαννακό ήτανε ακόμα παραπάνου. Μ’ όλο το πλήθος τούς ψαλτάδες, τα πιο θλιβερά τα τροπάρια τάψελνε ο μπάρμπα Γιαννακός. Είχε γλυκιά φωνή, ήτανε σπινόφωνος, όπως λέγανε οι ψαλτάδες, κι έψελνε μ’ ένα πάθος και μ’ έναν τέτοιον ενθουσιασμό, που τον συγκλόνιζε από τα ριζοκάρδια του.

            Μια χρονιά, έτυχε να γυρίσει στ’ Αϊβαλί κείνες τις μέρες ένας οπλαρχηγός Αϊβαλιώτης που πολέμαγε στη Μακεδονία και που τον λέγανε καπετάν Παλαμίδα, πρωτοπαλίκαρο του καπετάν Πούλακη. Ήτανε ντυμένος με μαύρον ντουλαμά, ένας άνθρωπος θεόρατος, με μαύρη γενειάδα, σαν κόρακας, γιατί ήτανε καλόγερας. Είχε φωνή βροντερή σα λιοντάρι, κι είπε τον Απόστολο που κουνιόντανε τα στασίδια, «εγένετο πάση ψυχή φόβος». Τα λόγια τα ’βγαζε από το στόμα του ίδια βόλια, σα να βάραγε με μια βαριά απάνου στ’ αμόνι: «Πράξεων των Αποστόλων το ανάγνωσμα. Κατ’ εκείνον τον καιρόν επέβαλεν Ηρώδης ο βασιλεύς τας χείρας κακώσαι τινάς των από της εκκλησίας▪ ανείλε δε Ιάκωβον τον αδελφόν Ιωάννου μαχαίρα». Μαχαίρα! Θάρριες πως έβλεπες μπροστά σου την ακονισμένη μαχαίρα που έκοψε το κεφάλι τ’ Άγιου Γιώργη.

            Σάλπιγγα αρχαγγελική ήτανε η φωνή του καπετάν Παλαμίδα πο 'τρεμε ο κόσμος. Μα του μπάρμπα Γιαννακού η φωνή ήτανε γλυκιά, πανηγυρική και κελαϊδιστή. Και την πιο μεγάλη τέχνη του την έβαζε ο καημένος σαν έλεγε το τροπάρι τ’ Άγιου Γιώργη, που το ’χε συνθεμένο ένας παπάς γέρος κι αγιασμένος, Κατσαρέλι λεγόμενος:

            «Πλυθύς Κυδωνιέων, εν ωδαίς ευφημίσωμεν, ημών τον πολιούχον και της Χίου το βλάστημα, της πίστεως πρόμαχον θερμόν. Γεώργιον οπλίτην τον στερεόν. Επλάκη γαρ γενναίως τω δυσμενεί, και τούτω κατηκόντισεν. Όθεν εν ουρανοίς στεφηφορών, μάρτυσι συναγάλλεται εις ημίν εξευμενίζεται τον μόνον φιλάνθρωπον».

            Στα 1922, σα γίνηκε ο καταραμένος ο διωχμός, πέρασε στα ελληνικά τα μέρη κι ο μπάρμπα Γιαννακός. Ίσαμε που πέθανε δεν αλλάξανε μηδέ τα σαλβάρια του, μηδέ το φέσι του, μηδέ τα τσουράπια του. Μα το πιο παράξενο είναι πού πήγε και τα κονόμησε κείνα τα παπούτσια, τις πάπιες, που σκανταλίζανε τους παλιοελλαδίτες;

            Πέθανε στην Αθήνα στα 1923. Τον σκότωσε ένα αυτοκίνητο.

            «Εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος».


 

 

Ο κυρ Αντωνάκης ο Νησώτης

 

Ο ΚΥΡ ΑΝΤΩΝΑΚΗΣ ήταν νοικοκύρης καλός, μα η τύχη του έγραφε να πάρει μια γυναίκα ανάποδη και γλωσσού. Όσο κείνος ήτανε σιγομίλητος σαν πνεματικός, τόσο η κυρία του ήταν φουρτουνιασμένη θάλασσα. Χρόνια μαλώνανε, κι όσο έκανε υπομονή ο κυρ Αντωνάκης, τόσο σκύλιαζε κείνη η Δαλιδά, όπως την έλεγε. 

Σαν είδε κι απόειδε, σοφίστηκε τούτο το σύστημα. Παράγγειλε σ’ έναν μαραγκό ένα αναλόγιο μ’ ένα συρτάρι, και το ’βαλε μέσα στην κάμαρή του. Αγόρασε κι ένα τεφτέρι σαν τετραβάγγελο και το κλείδωσε μέσα στο συρτάρι, κι όποτε άρχιζε να φωνάζει η γυναίκα του, δε μιλούσε ολότελα, μόνο έβαζε το δάχτυλό του στο στόμα του κι έλεγε «Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου». Και παρευτύς κλειδωνότανε στον οντά του, έβγαζε το τεφτέρι, τ’ άνοιγε απάνου στ’ αναλόγιο, κι έπιανε κι έγραφε, έγραφε, ίσαμε που σκοτείνιαζε. Ύστερα το ξανακλείδωνε στο συρτάρι και πάγαινε στον καφενέ.

 

        Ο κυρ Κατακουζνός

 

«ΕΠΙ ΤΙΝΑ επιβλέψω, αλλά επί τον πράον και ησύχιον και τρέμοντα μου τους λόγους;».

            Τέτοιος ένας πράος και ησύχιος ήτανε ο μπάρμπα Κατακουζνός. Ρωμιοράφτης ήτανε το ζαναάτι του, «ειρηνικόν επάγγελμα» όπως έλεγε ο ίδιος. Τους λέγανε ρωμηοραφτάδες, επειδής ράβανε ρούχα ρωμέικα, δηλαδή σαλβάρια, σταυρωτές, γούνες με γιρμισούτια και με χάρτζα, ψιλοδουλειά πολλή. Οι ραφτάδες πάλι που ράβανε στενά, φράγκικα, λεγόντανε φραγκοραφτάδες. Οι ρωμιοραφτάδες ήτανε ντυμένοι με σαλβάρια, κι ήτανε γνωστικοί, ταπεινοί, χριστιανοί, λιγόλογοι και σιγομίλητοι σαν πνεματικοί, νιοι και γέροι. Τα μαγαζιά τους, είχανε καπάντζες, κι ήτανε καθαρά, νοικοκυρεμένα, και συχνάζανε σε δαύτα ανθρώποι θρήσκοι και ήσυχοι, που περνούσανε δίπλα σου δίχως να τους καταλάβεις. Μπροστά στην καπάντζα είχανε σοφάδες και ράβανε καθισμένοι σταυροπόδι, με βγαλμένα τα παπούτσια, με τα τσουράπια. Μ’ έναν λόγο, ήτανε αληθινά «ειρηνικόν επάγγελμα», όπως το ’λεγε ο μπάρμπα Κατακουζνός.

            Σαν τον ήλιο έλαμπε το πρόσωπό του. Περπατούσε σκυφτός με τα χέρια του σταυρωμένα, σ’ ένα σχήμα που φανέρωνε την πραότητα. Γεροντάκι αδύνατο, «καρδία συντετριμμένη και τεταπεινωμένη», με φτωχικά ρούχα καθαρότατα, πάντα κουμπωμένος, μ’ ένα στενό ζουνάρι στη μέση του. Τα καλάμια των ποδαριών του ήτανε ψιλά όπως του πουλιού. Περπατούσε σκυφτός και μαζεμένος, σα φοβισμένος κι ανετριχιασμένος, και κοιτούσε στη γης, και μουρμούριζε ολοένα ρητά αγιασμένα και λόγια από το Ψαλτήρι.

            Καθότανε σ’ ένα παλιό σπίτι στον απάνω μαχαλά, στον άγιο Βασίλη. Έψελνε την Κυριακή σε μια μικρή εκκλησιά παράμερη.

            Αν λάχαινε να πάγει σ’ ένα μέρος και λέγανε λόγια φωναχτά και θυμωμένα, έφευγε δίχως να τον καταλάβει κανένας. Ειρηνοποιός, βλογημένος άνθρωπος.

            Μια φορά έβρεξε, και κάποιος τον ρώτηξε «Μπάρμπα Στυλιανέ, είναι καλή η βροχή για να γεννήματα;» και κείνος τ’ αποκρίθηκε «Τωόντις, παιδί μου, είναι πολύ ωφέλιμη, δόξα σοι ο Θεός. Ειρηνικός υετός!»

            Τη μεγάλη Τρίτη έψελνε με κατάνυξη το τροπάρι της Κασσιανής «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή». Την τελευταία φορά που το ’ψαλε, άμα απόλυσε η εκκλησιά και βγήκανε έξω, ο μπάρμπα Κατακουζνός τράβηξε στο σπίτι του μαζί μ’ έναν φίλο του γέρο θεοφοβούμενο, και κείνος του ’πε «Κυρ Στέλιο, εύγε! Φέτος το ’ψαλες εξαίσια». Ο μπάρμπα Κατακουζνός δάκρυσε και του απάντησε: «Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Κυρίου που μας αξίωσε και φέτος να το ψάλλουμε. Κατανυκτικά το είπαμε. Μερικοί εδάκρυσαν».

            Ο καημένος ο μπάρμπα Κατακουζνός. Θεός σχωρέσ’ τον.

            Ψυχές αγιασμένες, που σας λερώνουνε τ’ αμαρτωλά τα χείλια μας! Ω ταπείνωση, που στόλιζες το γένος μας σε καιρούς βασανισμένους! Πώς μίσεψες από μας κι ασκημίσαμε, και γενήκαμε δαιμονόψυχοι, εγωιστές, κι αδιάντροποι, στολισμένοι με τη μαύρη στολή του Σατανά!

            Άνθρωπε άμυαλε, τι τρέχεις σαν τρελός ξοπίσω από ίσκιους; Ζήσε με απλότητα. Γίνε σα μέρμηγκας μπροστά στο Θεό και τότες θα νοιώσεις τη θερμή αγκαλιά που θα σε ζεστάνει.

 

 

 Κωσταντίνος Μπρούζος

 

ΤΟΥΤΟΣ ο άνθρωπος δεν ήτανε Αϊβαλιώτης, μόνο ήτανε Ηπειρώτης, γεννημένος στο Ζαγόρι. Πλην ο πατέρας του ξενιτεύτηκε και πήγε στ’ Αϊβαλί κι άνοιξε ψωμαδιό, κι έβαλε και τον γυιο του τον Κωσταντίνο στο σκολείο. Τ’ Αϊβαλί κείνον τον καιρό είχε μεγάλο και φημισμένο σκολειό που το λέγανε «Ακαδημία των Κυδωνιών» και μαθαίνανε πολλά αρχαία γράμματα όσοι μελετούσανε σε κείνο το σκολειό. Έτσι κι ο Κώστας ο Μπρούζος, καταστάθηκε σπουδασμένος ανάμεσα στους σπουδασμένους, κι έβγαζε λόγο από τον άμβωνα που κλαίγανε κι οι πέτρες οπού τον ακούγανε. Κωνσταντίνος Μπρούζος λέγανε οι Χριστιανοί και κλαίγανε.

            Σα γύρισε στην Ήπειρο ξακούστηκε πολύ. Στο Καπέσοβο, βγάζοντας λόγο στην εκκλησιά για τη ματαιότητα του κόσμου, βαστούσε στο δεξί το χέρι του το νεκροκέφαλο της μάνας του. Μετά χρόνια γίνηκε γραμματικός του Βελή Πασά στη Λάρισα.

            Αυτός ο άνθρωπος που μίλαγε για τη ματαιότητα κι έκλαιγε ο κόσμος, σιγά – σιγά ξέκλινε σαν τον Σολομώντα και γίνηκε μπαγκιέρης στην Κωνσταντινούπολη και καταστάθηκε παντοδύναμος ανάμεσα στους Τούρκους.

            Στο κορμί ήτανε μεγαλάνθρωπος, σαλτανατλής στο παρουσιαστικό, ανοιχτοχέρης κι αρχοντόγνωμος.

            Πέθανε στην Πόλη από πανούκλα και θάφτηκε στο Κιουτσούκ Κιόγι, στα 1846. Στο μνημούρι του απάνου είναι γραμμένο τούτο τ’ αρχαίο το ποίγημα, που το σύνθεσε ένας φίλος του αγαπημένος, Σαμελής λεγόμενος:

 

Χρηστός και έμφρων κείται ανήρ ενθάδε

ος Ζαγόριον έσχεν Ηπείρου πάτρην

κλήσιν τε Κώστα τουπίκλην Μπρούζου

θάμα▪ λοιμώ δε θνήσκει ηλικίαν φευ! μέσην,

πένθος γυναικί και φίλοις λιπών τέκνοις,

και τω ιαμβίσαντι Σαμελή τάδε,

ειλικρινεί, μάλιστα δε πάντων φίλω.

 

 

Επιστροφή στις Ανθολογίες

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ
Αρχική σελίδα KEIMENA