ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ   ΑΓΩΝΙΑ

Του Γ. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗ

 

Μια πίκρα βαθιά και πλατιά, σαν τη θάλασσα,

πλημμύρα στις νύχτες μου χύνεται, δίχως

σα φράγμα να στέκεται μπρος της ο στίχος,

μια πίκρα που μ' όλα τ' ανθρώπινα θ' άλλαζα.

 

Εσύ, αδερφέ μου, δεν ένοιωσες τίποτα

κι είν' όλα για σένα γραμμές και τοπία,

καθώς δε σε μάραναν τόσα βιβλία,

καθώς δε σε σπάραξαν όλα τ' ανείπωτα.

 

Δεν είδες να φεύγει μακριά και να χάνεται,

πουλί γοργοτάξιδο, κάθε χαρά σου,

δεν άκουσες, μόνος σαν ήσουν: στοχάσου!,

τη νιότη δεν ένοιωσες — βάλτος — να πιάνεται.

 

Ωραίος κι' ασύλληπτος πάντα σου στάθηκες

σε κείνη την έξοχη, θεία σιγή σου,

την κάθε σου νύχτα το φως της αβύσσου

ποτέ του δεν έλουσε. .. Κι' ούτε σιχάθηκες

 

Την άνοστη γεύση που δίνουν τα πράγματα,

καρπό πληχτικών ημερών, το μαράζι

των άδειων ωρών, που καμιά δε σπαράζει              '

το βίο σου, σαν των δαιμόνων τα τάγματα.

 

Για σέναν κι ο έρωτας είναι τ' απόσταγμα

των θρύλων, πιοτό των θεών κι αμβροσία,

στ' αγνά σου τα μάτια ποτές Ικεσία

δε λάμπει, μα -βέλη!- ραμφίζουν το πρόσταγμα.

 

Μια πίκρα βαθιά και πλατειά, σαν τη θάλασσα,

πλημμύρα στις νύχτες μου χύνεται, κι όμως

σαλπίγγων καλέσματα στέλνει μου ο δρόμος

να χτίσω και πάλι τους πύργους που χάλασα.

 

 

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος αρ. 8 του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (30.6.1945). Εκσυγχρόνισα την ορθογραφία.

 

 

Επιστροφή στην Ανθολογία ποιημάτων από τα Ελεύθερα Γράμματα

Επιστροφή στις Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA