ΜΑΝΗ

(Μοιρολόγι σε νιον ήρωα του 1943)

Του Άγι ΘΕΡΟΥ

 

«Σπίτια ξεσπιτισμένα  μου

κλειδιά παραδομένα μου»

(Δημοτικό της Μάνης)

 

Στου Μέζαπου το κάστρο, στο Τηγάνι,

στην Αποσκιαδερή, τη Μέσα Μάνη

κλαιν του Φαμέγιου τον υγιό οι Νικλιάνοι.

 

Τις προκοπές παινεύουν του, τις χάρες,

για τον οχτρό σωριάζουνε κατάρες

και γδικιωμόν αμόνουνε οι δυο φάρες:

 

Η φάρα κι η σειριά της δόλιας μάνας

και της αρρεβωνιαστικιάς του  της  Νικλιάνας

της πανέριας δισάρφανης, της Άννας.

 

—Αφέντη μου και γιε μου, νοικοκύρη,

των χρονών μου λιγόστεψαν πια οι γύροι!

Πού θ' ακουμπήσει η κεφαλή μου, σα θα γείρει;

 

—Αλιά μου εγώ! δίχως στεφάνι χήρα!

Της ζωής μου κλειδομανταλώθη η θύρα.

Τρισάρφανη απομνήσκω η  μαυρομοίρα!

 

—Ω συγγενή μου, κάλλιε μας κι ασίκη,

στο γάμο σου αντίς να 'ρθω με το ψήκι,

τώρα με δυάσμο ραίνω σε και ρείκι. . .

 

— Αχ!  αδερφοποιτέ μου, η περηφάνια

του χωριού, και πώς τ' αφήνεις στην αρφάνια,

και τα δίχτυα, τις αξίνες, τα δικράνια;

 

Τώρα το σειρολόι κι οι ξεβγαλτήδες

αναρωτάνε για τους σταυρωτήδες:

—Μην έλαχε και πούπετα τους είδες;

 

Στου Μέζαπου το κάστρο, στο Τηγάνι,

στην Αποσκιαδερή, τη Μέσα Μάνη

κλαιν του Φαμέγιου τον υγιό οι Νικλιάνοι.

 

 

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος αρ. 6 του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (16.6.1945). Εκσυγχρόνισα την ορθογραφία.

 

Νικλιάνοι λέγονται οι παλιές και ισχυρές οικογένειες της Μάνης, Φαμέγιοι οι παρακατιανοί, οι «αχαμνοί». Ξεβγαλτής είναι ο γενικά σεβάσμιος συγχωριανός που θα αναλάβει να «ξεβγάλει» κάποιον που έχει βεντέτα, δηλαδή να τον περάσει αβλαβή από τα χτήματα ή τα σπίτια της εχθρικής οικογένειας. Όσο βρίσκεται μαζί με τον ξεβγαλτή, ο συνοδευόμενος είναι ιερό πρόσωπο και θεωρείται αδιανόητο (αν και συμβαίνει) να τον πειράξουν. Το ψίκι (από το λατ. obsequium, γι’ αυτό ίσως εδώ το γράφει ψήκι, είναι η πομπή, η ακολουθία του γάμου· δεν είναι όμως μανιάτικη ειδικώς λέξη.

 

 

Επιστροφή στην Ανθολογία ποιημάτων από τα Ελεύθερα Γράμματα

Επιστροφή στις Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA