Ο Μάρκος Τσιριμώκος (1872-1939), γνωστός και με το ψευδώνυμο Στέφανος Ραμάς, ήταν καλός ποιητής του μεσοπολέμου, της «Αθηναϊκής» σχολής, μαχόμενος δημοτικιστής και δημοκράτης. Τα παρακάτω σατιρικά ποιήματα τα έγραψε μέσα στην τεταρταυγουστιανή δικτατορία, λίγο πριν πεθάνει, αλλά δεν δημοσιεύτηκαν παρά μετά την κατοχή, στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» (τεύχος 7, 23.6.1945).

 

Δυστυχώς, ο ποιητής δίνει μία μόνο υποσημείωση για πρόσωπα και πράγματα της εποχής, οπότε κάποια σημεία είναι δύσκολο να τα κατανοήσουμε ολότελα, αν και είναι εύκολο να υποθέσουμε τι αφορούν.

 

ΣΑΡΚΑΣΜΟΙ

 

Σημείωμα του ποιητή   Οι στίχοι αυτοί γράφτηκαν από την ανάγκη να ξεθυμαίνω πού και πού. Γιατί τους έγραφα παρακολουθώντας με ψυχικό σπαραγμό από το Νοέμβρη του 1938 την πολιτική και κοινωνική κατάντια της Ελλάδας. Τέλος τους αντέγραψα προσεχτικά στο τετράδιο τούτο με την ελπίδα πως κάποτε θα δημοσιευθούν είτε από μένα τον ίδιο, είτε – αν εγώ δεν υπάρχω πια – από κάποιον φίλο μου. Όπου είναι απαραίτητες ιστορικές πληροφορίες, για να δημιουργηθεί η κατάλληλη ατμόσφαιρα για την κατανόηση του στιχουργήματος, τις δίνω σε υποσημείωμα. 

  

                   ΛΕΥΘΕΡΙΑ

Ήμουνα με τον εαυτό μου αντάμα,

κι απ’ το παράθυρό μου τ’ ανοιχτό,

στα χίλια κ’ ενιακόσια τριάντα οχτώ,

είδα μεγάλο στην Αθήνα θάμα.

 

Με πράσινα πουκάμισα ντυμένοι

και παντελόνια κίτρινο χακί,

σαν παλικάρια πούφαγαν φακή,

στεκόντουσαν ορθοί και κορδωμένοι

 

νιοι και κοπέλες κάμποσες χιλιάδες,

κοιτάζοντας με βλέματ’ απαθή,

τη Λευθεριά, με ξύλινο σπαθί,

δεξά-ζερβά να κάνει τεμενάδες.

 

                 ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ

Εμπρός! για νέα εξόρμηση παιδιά,

πάμε στα πράσιν’ άλογα καβάλα,

πράσινα να φυτέψουμε κλαδιά

και δέντρα πράσινα μικρά-μεγάλα.

 

Το πράσινο! το πράσινο! παιδιά

του νέου μας Κράτους σύμβολο να γίνει.

Και πράσο-πράσο η πράσινη καρδιά

στον κόσμο θα χαρίσει τη γαλήνη.

 

Πρέπει ο καθείς ελιά ή κι απιδιά,

χαμόδεντρο ή και πεύκο να φυτέψει,

αλλ’ όχι και συκιά, γιατί παιδιά

το φύλο της στο νου φέρνει τη σκέψη

 

του ξεπεσμού και της ντροπής,

του πειρασμού θυμίζει τα τερτίπια,

κι άλλο πούναι αμαρτία να τα πεις

γιατί γενούν στα στήθια καρδιοχτύπια…

 

Εμπρός! στη νέα εξόρμηση, παιδιά,

πάμε στα πράσιν’ άλογα καβάλα

τα πράσα-πράσα- πράσινα κλαδιά

θάναι απ’ τα έργα μου τα πιο μεγάλα.

 

   ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ                                                              

 

Το μέγα σας προστάτη Μπάρμπα-Γιάνη,

τον άνθρωπο, που μ’ όλη την καρδιά

σας κάνει όσα θα κάνω κ’ έχω κάνει,

ακούστε τον με προσοχή, παιδιά!

 

Έκανα πρώτα, πρώτα ό,τι μπορώ.

Και τρία χρόνια τάχω καταφέρει

να βάλω στο ζυγό και τον καιρό,

χειμώνα νάχουμε και καλοκαίρι.

 

Δεύτερο για του Κράτους την ασφάλεια

χιλιάδες στρατολόγησα χαφιέδες,

και τώρα ως και τ’ αγύριστα κεφάλια

δε βγάζουν τσιμουδιά στους καφενέδες.

 

Τρίτο – σας έκανα τον τουρισμό,

που οργάνωσε μεγάλη προπαγάντα,

ξοδεύοντας χωρίς λογαριασμό

κι ακόμα λογοκρίνοντας τα πάντα.

 

Θα κάνουμε σε λίγο κ’ υπονόμους

να ρίχνουμε τα δισεκατομύρια,

τους αναγκαστικούς, που βγάζω νόμους,

τ’ αυθόρμητα οπαδών συγχαρητήρια.

 

Θα κάνουμε ξανά Μητροπολίτη,

θα κάνουμε και λαχαναγορά,

και πιο μακριά απ’ του Χάλεϋ τον κομήτη

θάχει ο παράς, που θα χαλιέται, ουρά.

 

Και μ’ όλο πούχω και φροντίδες άλλες

να κάνω μελετώ και πιο μακριές,

αντάξιες της Ελλάδας, πιο μεγάλες

μ’ όλα μας ταιριασμένες Αποκριές.

 

Το Κράτος θα χορέβει σαν αρκούδι

σα θα χτυπώ το ντέφι δυνατά,

κ’ οι μασκαράδες όλοι το τραγούδι

θα λεν –του Μπάρμπα-Γιάνη-Κανατά.

 

 

 

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΤΡΙΤΟ                                                                                                                                              

Ας ξελαρυγγιστούμε με τα Ζήτω!

Κάτω απ’ το γαλανό μας ουρανό

η Χώρα μας κοιλοπονά για τρίτο

πολιτισμό μεταβυζαντινό.

 

Τον ερχομό του μας τον λεν οι κούκοι,

κι ότι μας πάν’ στον πρώτο του σταθμό

πέντ’ εργολάβοι κ’ είκοσι τραμπούκοι

- όσοι μας κλέβουν με γοργό ρυθμό.

 

Μα μια, που με το ξύλο (πες τον Κύρο)

δεν του τον λύσανε τον αφαλό,

το λεν κι αυτοί, που κάνουν (τρεις το γύρο!)

το καλό και το ρίχνουν στο γιαλό.

 

            ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑ

Σα χτες και σα προχτές την πάσα μέρα

νάχουμε πανηγύρια και γιορτές,

στο κάθε παραθύρι και παντιέρα,

και προβολείς τη νύχτα και φωτιές.

 

Να καίγεται παντού το πελεκούδι,

να βγάλει ο τόπος όνομα γλεντζέ,

σα θα χορέβει νηστικό τ’ αρκούδι

και βάλ’ η Ζαφειρίτσα φερετζέ.

 

Κ’ οι λέρες οι χαφιέδες κι όσοι βλάκες

στην Αθήνα τη νέα και παλιά

θα βάζουν στα μεγάφωνα τις πλάκες

 ύμνων – για τη χαρά και τη δουλιά.

 

                      ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ

Ποτέ σου να μην πεις τη σκάφη σκάφη

κι ούτε πως βρίσκεις την Ελλάδα σάπια.

Στείλαν πολλούς ως τώρα στην Ανάφη

κ’ ήρθε ο καιρός να κάνουμε την πάπια.

 

Κι αν βάλθηκε να υμνεί του Πινκ τα χάπια,

κι αν μας περνάει το μπρούτζο για χρυσάφι,

ο τύπος τά που γράφει άλλος τα γράφει!

Στ’ αυγά σου κάτσε, κάνοντας την πάπια.

 

 

 

ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ ΚΟΜΨΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ                                 

Στα σκέλια μου δε βάζω την ουρά,

γιατ’ είμαι μες στους κολπαδόρους άσος,

και κάνω τις δουλιές μου μια χαρά

έχοντας και ξετσιπωσιά και θράσος.

 

Μα θέλεις να καμώνομαι τον ψόφιο

και τάχα τον ποιώ στα χωρατά,

μα θα με δεις ξανά γερό κι ατόφιο,

γράματα να σε μάθω κερατά.

 

                  ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ

Όπου είναι κι ο Μαικήνας θα φανεί,

που κόλυβα μεράζει με δυο χέρια

στης τέχνης και του υπόκοσμου τ’ αστέρια,

και σ’ όσους κανονίζει τη φωνή.

 

Και μαζεφτήκανε κάθε λογής

και μπογιατζήδες και καλαμαράδες,

και μουζικάντηδες και μαρμαράδες,

-οι δουλευταράδες κάθε προσταγής.

 

Κ’ αδερφωμένοι ανατριχούν μαζί

ο Γιούδας, ο Θωμάς, οι Σαύλοι-Παύλοι

κ’ οι τόσοι φτωχοπρόδρομοι, κ’ οι φαύλοι,

κ’ οι φίνοι, οι τιποτένιοι, κ’ οι χαζοί.

 

                   Η ΜΠΑΝΤΑ

Από της Δύσης χρόνια το τραπέζι

μασάμε βαρυστόμαχη τροφή,

μα το μυαλό μας ταμπουρά θα παίζει,

όσο δεν έχει πάθει διαστροφή.

 

Γραφτό μας να μιμούμαστε τα πάντα

γι’ αυτό τώρα στερνά κουτσά, στραβά,

μας παίζει της Πρωτεύουσας η μπάντα

του Φύρερ τον αλύγιστο χαβά.

 

                ΚΑΤΡΟΤΣΕΝΤΟ

Αν πουν της Ρωμιοσύνης κατροτσέντο

την εποχή μας, δίχως κοπλιμέντο

θα το χρωστάμε στόν που διαφεντέβει

και λόγιους, και τεχνίτες, για να κλέβει.

 

Μα θάβρουν οι αυριανοί μας κριτικοί

και για την εποχή μας ένα ψόγο,

πως τάχα οι τωρινοί δεν είχαν λόγο

να γίνουν όλοι λογοκριτικοί. 

 

    ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΤΑΓΕΣ

Χωρίς ντροπή και μ’ αλαφριά καρδιά

μαζί μ΄αλάνια κι άλλους αγιογδύτες

προστάξαν και τ’ ανήλικα παιδιά

να γίνουν με το ζόρι φαλαγγίτες.

 

Χωρίς ντροπή και μποσικιά πολή

θα τον επικηρύτουν σαν αντάρτη,

τόν  που δε λέει καλό για τη φυλή,

πούδωσε το πολίτευμα στη Σπάρτη.

 

               ΤΑ ΝΤΟΠΙΑ ΓΡΑΜΑΤΑ

Βάλτε φωτιά στα τόπια! Βάλτε τα κλάματα.

Τα πρωτοπόρα νιάτα και τα γεράματα

(Λόγιοι και λογοτέχνες) περάσαν τη μπασιά

του παλατιού της Τέχνης, και γίνηκαν δεχτοί

από το σύντεκτό τους –πιάστε τον με μασιά! –

ογδόντα λογοτέχνες, όλοι τους διαλεχτοί,

μ’ ελπίδες να βουτήξουν κι αυτοί στον κουρβανά

πήγαν και προσκυνήσαν κ’ έκαναν τεμενά.

 

               ΣΤΟΝ ΠΑΡΝΑΣΟ

Μέσ’ του γεροκομιού τη νέα σάλα

εδόθηκε μια πρώτη όπερα-μπούφα,

κι οράματα προβλήθηκαν μεγάλα

και για τη Ρωμιοσύνη τη μαγκούφα.

 

Ένας σαχλός, με λιγοστά μυαλά,

είπε του πεθερού τα παραμύθια,

κι όσοι έχουν για κεφάλια κολοκύθια

λέγαν πως τα κατάφερε καλά.

 

              ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑΣ

Για δείγμα του ραγιαδικού του γούστου

βρήκε την Επιστήμ’ ειλικρινώς,

πως άνθισε από την τετάρτη Αυγούστου,

πούγινε ο ουρανός μας φωτεινός.

 

[Ο πρύτανις του Πανεπιστημίου Φωτεινός έβγαλε λόγο κι αυτόκλητος ο εθελόδουλος είπε πως από την 4η Αυγούστου άρχισε η επιστήμη να προοδεύει στην Ελλάδα.]

 

            ΓΙΑ ΝΑ ΓΕΛΑΣ

Μ’ όλα τα καθεστά! μ’ όλα τα κόματα!

χρόνια του τα συχώρεσε η Ελλάς

τα πρόστυχα και τ’ άνοστα καμώματα,

μα τώρα σα μιλάς γι’αυτόν γελάς

 

 

 

Επιστροφή στην Ανθολογία ποιημάτων από τα Ελεύθερα Γράμματα

Επιστροφή στις Ανθολογίες

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ
Αρχική σελίδα KEIMENA