Το τραγούδι του αναχωρητή

 

Στην ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα, όπου αντηχεί σ’ αργό ρυθμό

                        της αύρας το μπουζούκι

όλα τα μύρα εξέχυσε μες σ’ ένα ακράτητο οργασμό

                        το νιόσκαστον μπουμπούκι.

 

Μες την ευφρόσυνη στιγμή, κάτω απ’ τον μπλάβον ουρανό

                        που νείρονται οι Αγγέλοι,

γλυκά την τρίλλια του σκορπά τ’ αηδόνι το νυχτερινό

                        και το τρελλό γαρδέλι.

 

Απόψε χαίρονται οι θνητοί σ’ έκταση απέραντης χαράς

                        όλον τον μυστικό ρυθμό της Ζήσης:

των άστρων τη βαθειά σιωπή τ’ άγνωστα ρίγη της βραδυάς

                        τ’ άφραστο ονειροπόλημα της φύσης…

 

Απόψε λες κι εσκόρπισεν ο Θεός στην έναστρη γιορτή

                        όλη την καλωσύνη του εδώ κάτου·

Κι όμως εγώ στο έρμο κελλί, δίχως να ξέρω το γιατί

                        περίλυπος ειμί έως θανάτου.

 

(Περιοδικό Νέα Εστία, 15/8/1930)