Δημήτρης Χριστοδούλου, Πάροδος

 

Πάροδος

 

Δεν είναι επειδή μέσα μου τρέμει ένας νεκρός

ούτε που φεύγουν οι στιγμές και φρίττω.

Δεν είναι.

Δεν είναι επειδή μέσα μου χαίνει μια πληγή

μια γλώσσα ανάπηρης φωτιάς

μια τρομαγμένη πέτρα

εκεί

στη μάσκα της καρδιάς.

Δεν είναι.

Δεν είναι που μας γέλασε

ο άνεμος

βάρδος που μας τραγούδησε

στην άκρη μιας πικρής βραδιάς,

δεν είναι.

 

Είναι που δε μας μέτρησαν με το μεγάλο βήμα της οργιάς

και ήρθανε και κάθησαν

φριχτά πουλιά στα χέρια μας

γόοι στα πρόσωπά μας

ήρθανε μαύροι τρόμοι απ’ τον βοριά

χοντρές ψιχάλες θάνατος

υλάκισαν κακοί καιροί

τρίξαν στα πόδια οι αρμοί

και δεν εβρέθηκε κανείς

να πει πως ήταν όνειρο

κι αυτοί που κράταγαν φωτιά

πως παίζανε το θάνατο

πως δεν υπάρχει θάνατος

πως είναι λέξη στα χαρτιά

πως είναι μια κακή σπορά

πούρχεται και περνάει…

… για να μη μείνει αυτή η κραυγή

να μη λυσσάει ο πανικός

να μη χυμούν τα σπίτια μας

να πνίξουν την καρδιά μας.

 

Δε μας μετρήσανε καλά και μπήκαν όλα στη φωτιά

κι αυτά που πολεμήσαμε

κείνα που ξενυχτίσαμε

τ’ άλλα που κλέψαν της φωτιάς

κι αυτά…

 

ΙΙ

Δεν είναι επειδή μέσα μου τρέμει ένας νεκρός

ούτε που φεύγουν οι στιγμές και φρίττω.

Είναι που κάθησαν πουλιά

και τραγανίζουν την καρδιά

το αίμα

και τα σπλάχνα μας.

 

(Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 41, Μάης 1958, σελ. 295)

 

Επιστροφή στην Ανθολογία ποιημάτων από την Επιθεώρηση Τέχνης
Αρχική σελίδα KEIMENA