ΞΟΡΚΙ

Τα χρυσά μας χρόνια κυλάνε,
συνάδελφε εν όπλοις, ουλάνε,
μαδούν τα κρόσσια στις επωμίδες
τ' αστραφτερά κουμπιά θαμπώνουν -
αύριο πού σ' είδα πού μ' είδες,
φοβάμαι κι ουρλιάζω του πόνου.
Η στολή του δέντρου δεν αλλάζει
με ήλιο, με βροχή ή με χαλάζι.



ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Σ' αυτόν τον τόπο των νεκρών
πήρα το μέτρο και μετρώ
πάνω στη λάσπη και το χαλίκι
ν' ανοίξω λάκκο όπου θα μπω
κάτω απ' τον ήλιο το θαμπό
να μη με βρίσκουν γύπες και λύκοι.