Αλέκος Φράγκος, ''Σ' ένα χωριό νοστάλγησα'', Στιγμές της επαρχίας (ποιήματα), Μάνδρα (Αττικής) 1934, σσ. 26-27.

 

 

Ποιητικό πολύ να ζεις σε μια επαρχία,

σ' ένα μικρό χωριό, "να διέρχεσαι τον βίον

μακρυά απ' τη ματαιότητα των εγκοσμίων"

μες στην ατάραχη γαλήνη κι ησυχία.

 

Πρωί-πρωί, στο μαγαζάκι σου να τρέχεις

με υπομονή και με βλακεία καθωπλισμένος,

με τις γυναίκες του χωριού σου, υποχρεωμένος

λογαριασμούς διαρκώς να μπλέχεις, να ξεμπλέχεις.

 

Νάεισαι προφέσσορας και την εφημερίδα

στους απονήρεφτους χωριάτες να ερμηνεύεις,

και με ρωμαντικές φυλλάδες, να γυρεύεις

να προσελκύεις του φαρμακείου τη δεσποινίδα.

 

Σκυφτός στη Βίβλο, -θέλεις ή όχι- το ¶σμα Ασμάτων

απόξω από το πολυδιάβασμα να μάθεις.

σκηνές ολοένα ηδονικές, γλυκές να πλάθεις

με τον εσμό των ερασμίων αυτών πλασμάτων.

 

Νάεισαι ποιητής απαραιτήτως, και τα κρίνα,

τα χρυσοσύγνεφα, τ' αστέρια να θυμάσαι,

κι αφού το βράδι-βράδι κουρασμένος θάσαι,

στον καφενέ να πας να παίξεις μια κοντσίνα.

 

Νεύρα να λείπουν, νάεισαι τέλειος,

αντρείκελο που τίποτε δε σ' απελπίζει.

τον χωροφύλακα ν' ακούς, που δογματίζει

με ύφος επίσημο: "αμύνεσθαι περί πάτρης".

 

Λίγη αλαφρή φιλοσοφία, ποτέ δε βλάφτει

ποιητής αφού είσαι. θα περάσει κι αυτή η μέρα,

και, μη σε αηδιάζει μες στην ήρεμην εσπέρα,

ο παραγυιός του καφενέ που μύγες χάφτει.

 

Γενναία μια δόση λυρισμού πάρε, κι εξίσου

ρωμαντισμό και συγκατάβαση περίσσια,

κι αφού αντικρύσεις του χωριού τα θεία Ηλύσια,

τράβα το δρόμο του σπιτιού σου και ...κοιμήσου!