Πρωί θολό

 

Πρωί θολό. Μοναχή

για το τρένο κινούσες.

Ευωδιάζει η εξοχή…

Ψιλή βρέχεις βροχή

στο τρικό που φορούσες.

 

Ήταν τότε που ζούσα

συντροφιά με τις μούσες.

Ούτ’ εγώ σε ποθούσα,

μήτ’ εσύ μ’ αγαπούσες.

Μα τα πάντα μπορούσες…

 

Στέκει λίγο η βροχή

στο σταθμό σα φανείς.

Μα δεν είναι ψυχή…

Έτσι, οι δυο μοναχοί

δίχως άλλος κανείς.

 

Νευρικά περπατάς

και δειλά με κοιτάς

πάντ’ αμίλητη. Πρώτα

ω, μη εμένα ρωτάς

μα τα νιάτα σου ρώτα.

 

Ευωδιάζει η εξοχή…

Μια γλυκιά απαντοχή

και τους δυο μας τυλίγει…

–Περασμένη εποχή,

που για πάντα έχει φύγει! –

 

Μα το τρένο σιμώνει.

Σαν αθέλητα, να,

στο ίδιο πάμε βαγόνι.

Και μια μπόρα αρχινά,

που όλα γύρω θαμπώνει.

 

 

Δημοσιεύτηκε στον Νουμά το 1923.