Κατερίνα Γώγου: Εν αρχή ην ο πόνος
 
Η Κατερίνα Γώγου έκανε ποίηση σε μια εποχή που οι άλλοι "ποιητές" έκαναν δημόσιες σχέσεις. Πάνω από όλα ήταν η ίδια ποίηση. Ανάμεσα σε χάπια, ποτά, σβησμένα τσιγάρα, φτωχογειτονιές, προδοσίες... 
 Ας ξεμπερδεύω με τα βιογραφικά. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Από μικρή δούλεψε σαν ηθοποιός στο θέατρο και στον κινηματογράφο, κυρίως σε ταινίες της Φίνος Φίλμς. Το πρώτο της βιβλίο με ποιήματα ήταν το "Τρία κλικ αριστερά" και βγήκε το 1978. Έβγαλε επίσης τα βιβλία "Ιδιώνυμο"(1980)," Το ξύλινο παλτό"(1982)," Απόντες"(1986)," Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών"(1988). Όπως αναφέρει ο Λεωνίδας Χρηστάκης, η Κατερίνα ήταν έξω από κάθε λογής εκδοτικά και καλλιτεχνικά κυκλώματα και κλίκες και γι΄αυτό σπάνια θα δείτε να αναφέρονται σε αυτήν στα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης. Αυτοκτόνησε το 1993 με χάπια σε ηλικία 53 χρονών... 
 Ακολουθούν κάποια από τα ποιήματα της...
 
25 ΜΑΪΟΥ 

 Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα 
 και θα βγω στους δρόμους 
 όπως και χτες. 
 Και δεν θα συλλογιέμαι παρά 
 ένα κομμάτι από τον πατέρα 
 κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα 
 -αυτά που μ' άφησαν- 
 και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν. 
 Και τους φίλους μας που χάθηκαν. 
 Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα 
 ίσα ολόισα στη φωτιά 
 και θα μπω όπως και χτες 
 φωνάζοντας "φασίστες!!" 
 στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες 
 μ' ένα κόκκινο λάβαρο 
 ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο. 
 Θ' ανοίξω την πόρτα 
 και είναι -όχι πως φοβάμαι- 
 μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα 
 και πως εσύ πρέπει να μάθεις 
 να μην κατεβαίνεις στο δρόμο 
 χωρίς όπλα όπως εγώ 
 - γιατί εγώ δεν πρόλαβα- 
 γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ 
 "έτσι"  "αόριστα" 
 σπασμένη σε κομματάκια 
 από θάλασσα, χρόνια παιδικά 
 και κόκκινα λάβαρα. 
 Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα 
 και θα χαθώ 
 με τ΄όνειρο της επανάστασης 
 μες την απέραντη μοναξιά 
 των δρόμων που θα καίγονται, 
 μες την απέραντη μοναξιά 
 των χάρτινων οδοφραγμάτων 
 με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις!- 
 Προβοκάτορας. 





 
 Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά 
που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών 
Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μέτς. 
Κάνουν ότι λάχει. 
Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειών 
φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν έρημους 
Διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος 
επαγγελματίες επαναστάτες 
παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν 
τώρα παίρνουν χάπια 
και οινόπνευμα για να κοιμηθούν 
αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται. 
Εμένα οι φίλοι μου είναι σύρματα τεντωμένα 
στις ταράτσες παλιών σπιτιών 
Εξάρχεια Βικτόρια Κουκάκι Γκύζη. 
Πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια 
Τις ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων 
δανεικά φουστάνια 
σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες 
απειλητικές σιωπές κολπίτιδες 
ερωτεύονται ομοφυλόφιλους 
τριχομονάδες καθυστέρηση 
το τηλέφωνο το τηλέφωνο το τηλέφωνο 
σπασμένα γυαλιά το ασθενοφόρο κανείς. 
Κάνουν ότι λάχει. 
Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου 
γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή 
Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα 
γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο 
γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα 
γιατί η δικιά σας μόνο για γλείψιμο κάνει. 
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα 
στα χέρια σας. Στο λαιμό σας. 
Οι φίλοι μου. 
 
 


 
Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ 
είναι μη γίνω "ποιητής" 
Μην κλειστό στο δωμάτιο 
ν' αγναντεύω τη θάλασσα 
κι απολησμονήσω. 
Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου 
κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ 
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις. 
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε 
για να με χρησιμοποιήσει. 
Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα 
για να κοιμίζω τους δικούς μου. 
Μη μάθω μέτρο και τεχνική 
και κλειστώ μέσα σε αυτά 
για να με τραγουδήσουν. 
Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά 
τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος 
μη με πιάσουν στην κούραση 
παπάδες και ακαδημαϊκοί 
και πουστέψω 
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί 
και την καθημερινότητα που συνηθίζεις 
σκυλιά μας έχουν κάνει 
να ντρεπόμαστε για την αργία 
περήφανοι για την ανεργία 
Έτσι είναι. 
Μας περιμένουν στη γωνία 
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι. 
Ο Μάρξ... 
τον φοβάμαι 
το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν 
αυτοί οι αλήτες φταίνε 
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό 
μπορεί...ε;...μίαν άλλη μέρα... 
 


 
Σ' ΟΣΟΥΣ ΣΠΑΣΑΝΕ 
Σ' ΟΣΟΥΣ ΚΡΑΤΑΝΕ 
Κουρελιασμένοι απ' τ' αγριεμένα κύματα 
πεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρος 
στο σκοτεινό θάλαμο της γης 
με ισκιωμένο το μυαλό 
απ' το ξέφρενο κυνηγητό 
τις ασάλευτης πορείας των άστρων 
οι τελευταίοι 
απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους 
θυσία 
στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών. 
Κι άνθρωποι δεν υπήρχανε. 
κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής 
σκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις... 
 


 
Η ελευθερία μου είναι στις σόλες 
των αλήτικων παπουτσιών μου. 
Φέρνω τον κόσμο άνω κάτω. 
Μπορώ να σεργιανίσω ότι ώρα μου γουστάρει. 
Π.χ. την ώρα που βάζετε τις μασέλες σας 
Στο ποτηράκι με το νερό πριν κοιμηθείτε 
την ώρα που απαυτωνόσαστε 
την ώρα που κάνετε το χρέος σας 
στα παιδιά σας, στο σωματείο σας 
την ώρα που σας έχουν χώσει την ιδέα 
πως τρώτε αυγολέμονο 
και τρώτε σκατά 
μπορώ και περπατάω, 
με τα αλήτικα παπούτσια μου 
πάνω από τις στέγες σας 
-όχι ρε παιδάκι μου σαν εκείνη 
την ηλίθια με τη σκούπα, τη Μαίρη Πόπινς- 
δεν πιάνετε το κανάλι μου 
μόνο όσοι έχουμε το ίδιο μήκος κύματος 
ανθρωπάκια χέστες, κατά βάθος σας λυπάμαι 
αλλά τώρα δε χάνω το χρόνο μου μαζί σας 
δεν θέλω παρτίδες με κανέναν σας 
η ελευθερία σας 
είναι στις σόλες των τρύπιων παπουτσιών μου 
θάρθει η ώρα που θα τις γλύφετε 
και θα ουρλιάζετε κλαίγοντας "θαύμα, θαύμα" 
αυτά τα παπούτσια 
ποτέ δεν ξεκουράζονται και ούτε βιάζονται 
όταν εγώ καθαρίσω από εδώ 
θα τα φορέσει ο Παύλος, η Μυρτώ, φοράμε το ίδιο νούμερο, δεν λειώνουν, 
όσες πρόκες και αν ρίχνετε στο δρόμο. 
Σας βαράνε στο δόξα πατρί σας 
θα έρθει η ώρα 
 που θα τρέχετε απεγνωσμένα στο στιλβωτήριο 
"συνοδοιπόροι" και "αποστάτες" 
να βάψετε τα δικά σας 
μα η μπογιά 
δεν θα πιάνει 
ότι και αν κάνετε, όσα και αν δίνετε 
τέτοιο άτιμο κόκκινο είναι το δικό μας. 
 
 


 
Θαρθεί καιρός που θα αλλάξουν τα πράγματα. 
Να  το θυμάσαι Μαρία. 
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι 
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη 
-μη βλέπεις εμένα- μην κλαις. Εσύ εισ' η ελπίδα. 
’κου θάρθει καιρός 
που τα παιδιά θα διαλέγουν γονιούς 
δε θα βγαίνουν στην τύχη 
Δε θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές 
με γυρμένους απέξω 
Και τη δουλειά 
θα τη διαλέγουμε 
δε θάμαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια. 
Οι άνθρωποι -σκέψου!- θα μιλάνε με χρώματα 
κι άλλοι με νότες. 
Να φυλάξεις μονάχα 
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό 
λέξεις και έννοιες σαν και αυτές 
απροσάρμοστοι-καταπίεση-μοναξιά-τιμή-κέρδος-εξευτελισμός 
για το μάθημα της ιστορίας. 
Είναι Μαρία -δε θέλω να λέω ψέματα- δύσκολοι καιροί. 
Και θαρθούνε κι άλλοι. 
Δεν ξέρω -μην περιμένεις και από μένα πολλά- 
τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω 
κι απ' όσα διάβασα ένα κρατάω μόνο: 
"Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος". 
Θα την αλλάξουμε τη ζωή! 
Παρ' όλα αυτά Μαρία. 
 


 
Καμμιά φορά ανοίγει η πόρτα σιγά σιγά και μπαίνεις. 
Φοράς κάτασπρο κουστούμι και λινά παπούτσια. 
Σκύβεις βάζεις στοργικά στη χούφτα μου 72 φράγκα και φεύγεις. 
Έχω μείνει στη θέση που με άφησες για να με ξαναβρείς. 
Όμως πρέπει να έχει περάσει πολύς καιρός γιατί τα νύχια μου μακρύνανε και 
οι φίλοι μου με φοβούνται. Κάθε μέρα μαγειρεύω πατάτες 
 έχω χάσει την φαντασία μου και κάθε 
φορά που ακούω "Κατερίνα" τρομάζω. Νομίζω ότι πρέπει να καταδώσω κάποιον. 
Έχω φυλάξει κάτι αποκόμματα με κάποιον που λέγανε 
πως είσαι εσύ. Ξέρω πως λένε ψέματα οι εφημερίδες, 
γιατί γράψανε ότι σου ρίξανε στα πόδια. 
Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. 
Στο μυαλό είναι ο Στόχος 
το νου σου ε;