Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, "Ελένη", Τα ποιήματα, Αθήνα, Οι εκδόσεις των φίλων, 1970, σσ. 222-223.

 

Η μια δεν είσαι. Είσαι ο καημός
με τα περίσσια πρόσωπα,
με τα περίσσια ονόματα,
με το κορμί που ως φόρεμα την αρμογή του αλλάζει,
φάσμα του πάθους, που άξενο
κι αφίλιωτο απομένει.
κι ωστόσο, σ' όποιους ουρανούς και σ' όποια χώματα,
το φως σου το αβασίλευτο
με περισκέπει, Ελένη!
Μνήμη από μνήμες καμωμένη ανάριθμες
και της στερνής στιγμής.
σε συλλογιούνται και φρικιάζουν τ' ακροδάχτυλα
κι όπως το αχνό νερόκρινο
η στόχασή μου ανάμεσα στον άνεμο βραδιάζει
κι όπως της μυστικής νεροσυρμής
ο σταλασμός
στο άκρο το χείλος του γκρεμού μετέωρος τρεμουλιάζει.
'Aνθος λευκό στης πράσινης σμυρτιάς
το βεργολυγερό κλωνάρι,
μόλις που φτάνει να σ' αγγίξει ο σερπετός,
ο περπατάρης ίμερος και χάνεσαι.
Δεν είσαι η μια. Είσαι ο καημός
με τα περίσσια πρόσωπα.
Είσαι η αγάπη η βοριανή, που ανθίζεις σαν το χιόνι,
μ' έν' άστρο στη ματιά σου θαλασσί.
Είσαι η αγάπη, το ζεστό γαρούφαλο του Νότου,
που υψώνει φλόγα τον ανασασμό του.
Είσαι η αγάπη της δειλής παιδούλας η ακριβή
κ' είσαι η αγάπη η φθινοπωρινή,
στοργή γεμάτη σιγαλοπερπάτητη.
Είσαι κ' η πρώτη αγάπη κ' η στερνή
κ' η αφίλητη, ανυμέναιη κ' η πολυφιλημένη,
μα πάντα η μια κ' η ατελεύτητη κ' η ακοίμητη -

-ο Έρωτας, που δεν το μπορεί
άλλο να μάθει απ' το δικό σου τ' όνομα, Ελένη!