Το κρόταλο

του Δημήτρη Καλοκύρη (1948- )

 

 

Δεν είναι ξεφάντωση τούτη η νύχτα... Οι ανθρώποι φεύγουν φορτωμένοι πανέρια, φεγγάρια ιδρωμένα κραδαίνουν τη νύχτα, παιδιά τριγυρνάνε με μάτι γουρλωμένο, αλόγατα κάνουν να σηκωθούν για χλιμίντρισμα κι αμέσως σωπαίνουν, που θά ΄λεγες, ήρθε σημάδι μυστικό, που τους ξυπνάει σα λιγμός : να τα βουβάνει.

 

Όμως δεν είναι ξεφάντωση τούτη η νύχτα. Αν ανάβουν τα φώτα στα σπίτια, αν διακρίνεις φωτιές στα υπόγεια, αν φωνές – πού και πού – σκίζουν νότια τη νύχτα, είναι ανθρώποι που σκύβουν μαζεύοντας ό,τι απόμεινε γύρω αφημένο, τα παιδιά, που λιχνίζουν τον άγγελο, τα κουρέλια από το σκοτεινό παιγνίδι.

 

Και ο θόρυβος ξαφνικά μεγαλώνει. Θά ΄λεγες μπήκαν – πριν μπουν. Σπασμένες γλάστρες, στρωσίδια αχνίζοντας ακόμη, κρεβάτια παλιά σιδερένια, χλομοί ζαρωμένοι γερόντοι.

 

Το καράβι που ταξιδεύει. Και ξεμπαρκάροντας κοίταγα πλάι, απάνω στα πλευρά μου που γυαλίζαν. Δικά μου είναι τούτα τα σκουτιά που κουδουνίζουν; έλεγα. Δικός μου είν΄ ο ύπνος αυτός που πλησιάζει;

 

Δεν άκουγα πια, μήτε λαγούτο, μήτε κρόταλο. Κανείς δεν έτρεχε να με προφτάσει, μήτε τη σιωπή πολλές φορές δεν άκουγα, μήτε τα βήματά μου στα πλακάκια.

 

Η νύχτα τούτη.

Μια ξεφάντωση.

Όπως κι η χτεσινή μου νύχτα.-                 

 

 

Από τη συγκεντρωτική έκδοση τεσσάρων ενοτήτων ποιημάτων «Τα φανταστικά φουγάρα»

(ενότητα «Τα τέσσερα θηρία του ορίζοντα, αλληγορίες του συντελεσμένου χρόνου»), Εκδόσεις Γνώση 1980, σελίδες 37-38.