Το δέντρο

του Άριστου Καμπάνη (1883-1956)

 

Δέντρο, στο πρωινό το φως δεν ξέρω πώς φαντάζεις,

ψυχή αν δεν είσαι μοναχά, πνοή και φως μονάχα –

με την τεραστίαν έκστασιν σαν προσευχής σοφής :

εμπρός στον μεγαλόχαρον τον ήλιον.

 

Αγαθωσύνη πρωινή που του έδωκες τον εαυτό σου,

σταλιές πως αντιλάμπετε στα φύλλα του της δρόσου,

πουλιά που το κελάδημα εσωπάσατε κι ακούτε

την δέηση που υψώνεται στον μεγαλόχαρο ήλιο,

σοφή, βαθειά, βουβή, από τη δική σας πιο μεγάλη.

 

Έμορφα, αθώα φυλλώματα πόση ψυχή σ΄ εσάς,

πνοή αμβροσία πρωινή που δεν ταράζεις τη σιγή,

και, ω άνθρωπε, με τα υψωτά τα μάτια προς εκεί

όπου το μεγαλόσοφο το φως

ωσάν από πηγή θέλει να ρέει –

και που σαν του Ναζαρινού Θεού

το Πνεύμα που ανεμπόδιστον όπου κι αν θέλει πνέει

πλούσια κυματώνεται σκορπίζεται ιερόν.-

 

Περιοδικό Γράμματα, Τόμος 1, αρ. 1 (1911),  σ. 11.